Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Ο μεγάλος σουρεαλιστής.

Αndre Breton(1896-1966):

Επιμένω να διευκρινισω ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να
δυσπιστούμε για τη λατρεία ανθρώπων, όσο μεγάλοι κι αν φαίνονται πως είναι.

Έχω μια γνώση πάρα πολύ ασταθή για την συνέχεια της ζωής ώστε να
θεωρήσω σαν καλύτερες στιγμές μου τις στιγμές κατάθλιψης, νωχέλειας. Θέλω να σιωπά κανείς, όταν παύει να συναισθάνεται. Και να καταλάβετε ότι δεν κατηγορώ
την έλλειψη πρωτοτυπίας για την έλλειψη πρωτοτυπίας. Λέγω μόνο πως δεν καταγράφω
τις μηδαμινές στιγμές της ζωής μου, ότι εκ μέρους κάθε ανθρώπου είναι ανάξιο να αποκρυσταλλώνει
εκείνες που του μοιάζουν τέτοιες.

Η δύστροπη μανία που συνιστάται στο να ανάγεται το άγνωστο στο γνωστό, σ’αυτό
που είναι δυνατό να ταξινομηθεί, λικνίζει τα μυαλά.

Δεν μπορώ να καταλάβω πως στο δρόμo της επανάστασης μπορεί να
υπάρχει δεξιά και αριστερά.

Πιστεύω στη μελλοντική λύση αυτών των δύο καταστάσεων, κατ’επίφαση τόσο
αντιφατικών, που είναι το όνειρο και η πραγματικότητα, σ’ένα είδος απόλυτης
πραγματικότητας (surrealite), υπερπραγματικότητας, αν μπορεί κανείς να πει κάτι
τέτοιο.

Aν υπάρχει μια ιδέα που ξέφυγε, μέχρι σήμερα από κάθε προσπάθεια για μείωση,
που αντιστάθηκε, στους μεγαλύτερους πεσιμιστές, νομίζουμε ότι αυτή είναι η ιδέα
του έρωτα, που είναι η μόνη ικανή να συμφιλιώνει κάθε άνθρωπο, στιγμιαία ή όχι,
με την ιδέα της ζωής.

Στο σουρεαλισμό η γυναίκα θα έχει αγαπηθεί και τιμηθεί σαν τη μεγάλη υπόσχεση
που εξακολουθεί να υπάρχει κι αφού εκπληρωθεί. Το σύμβολο προτίμησης που δίνεται
σ’αυτήν και που αξίζει για έναν μόνο(ας αναλάβει να το ανακαλύψει ο καθένας)
είναι αρκετό να καταδικάσει τον δήθεν δυϊσμό της ψυχής και της σάρκας. Σε τέτοιο
βαθμό είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο σαρκικός έρωτας είναι ένα με τον
πνευματικό.

buzz it!

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008

Με ένα τσιγάρο υπομονής σε περιμένω πάλι......

Χτυπάω το πάτωμα με τα παπούτσια μου. Μοιάζει σαν να θέλω να διώξω το μικρό ξωτικό που έβαλες κρυφά. Το χτυπάω με ρυθμό. Τακ τακ τακτακ τακ. Καπνίζω και ένα τσιγάρο υπομονής. Μόνο τέτοια τσιγάρα κάνω. Υπομονής. Ο τοίχος έχει μαυρίσει λίγο και δεν μου κάνει πια εντύπωση. Ο τοίχος...Το παράθυρο…Με δυο κάγκελα θα γινόταν καλύτερη φυλακή απ’ότι είναι. Θα το φροντίσω με τις πρώτες βροχές. Δεν σου μίλησα σήμερα. Όχι ότι δεν είχα το κουράγιο, αλλά να…Κάτι περίεργες λέξεις μου είχαν καρφωθεί στη γλώσσα. Οι μισές μιλούσαν για χωρισμό κι οι άλλες μισές για αγάπη. Δεν ήξερα ποιες να προφέρω κι έτσι σώπασα. Δεν με έπαιρνε, καταλαβαίνεις. Φυσικά και καταλαβαίνεις. Να σου βάλω καφέ; Έχει κρυώσει αλλά μπορώ να τον ζεστάνω αν θέλεις. Να σου βάλω καφέ; Κάτσε όπου βρεις. Θα μαζέψω λίγο τα ρούχα που τα πετάω όπου βρω και θα σου κάνω χώρο. Κάτσε. Πάρε τσιγάρο. Χαμογέλα μου. Μην είσαι κατσούφα. Χαμογέλα. Κοίτα εμένα. Κοίτα πως το κάνω και κάνε το ίδιο. Ανοίγεις ελαφρά το στόμα, μέχρι να φανούν τα δόντια σου. Να, έτσι. Βλέπεις; Δεν χρειάζεται να νοιώθεις κάτι, απλά άνοιξε, να φανούν τα δόντια σου. Αυτό λέγεται χαμόγελο. Το κάνεις πολύ ωραία. Σαν να το κάνεις χρόνια είναι. Μείνε να σε βγάλω μια φωτογραφία. Θέλω να κρατήσω αυτή τη στιγμή για πάντα. Να σου βάλω καφέ; Αχ…βάλε κι εσύ λίγο μουσική. Κάτι να ακούγεται. Σιγά. Βάλε ότι θέλεις. Νομίζω ότι σήμερα είμαι χαρούμενος. Νομίζω. Αν χαρά είναι αυτό που θυμάμαι, που κάνει τους ανθρώπους να κάνει φρουτ φρουτ η καρδιά τους, τότε είμαι χαρούμενος. Χαχα! Τώρα το βουλώνω, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω. (Παύση) Μάτια είναι αυτά; Σαν φλόγες μοιάζουν. Δυο μικρές φλογίτσες που καίνε τα δικά μου μάτια. Αχ, μην τα κλείνεις… μην τα κλείνεις…Θέλω να με κοιτάς. Να με κοιτάς πάντα. Για πάντα. Τρέμουν τα χείλη σου; Να εδώ δεξιά, έτρεμε. Τρέμουν…Και τα δικά μου τρέμουν. Αλλά εγώ το κρύβω. Ξέρω να το κάνω. Δε θα σου το μάθω όμως αυτό. Τρέμουν. Χαμογέλα μου. Όπως σου έμαθα. Χαμογέλα. Η ζωή είναι ωραία. Εσύ μου το είπες. Εσύ μου το είπες πρώτη. Η ζωή…ωραία. Ας είναι φυλακή, βλέπω ουρανό. Να, κάνω έτσι και βλέπω. Πιάσε μου τα χέρια. Είναι ζεστά. Είναι απαλά. Είναι τα χέρια του Θεού. Έτσι πρέπει να είναι και τα δικά του. Σαν τα δικά σου. Να αγγίζουν σαν τα δικά σου, να ζεσταίνουν σαν τα δικά σου. Φίλησέ με. Φίλα με. Φίλα με. Φίλα με. Αγκάλιασε με, σφίξε με. Κι άλλο! Γιατί δεν πίνεις τον καφέ σου; Σου τον ζέστανα, θα κρυώσει. Δεν είναι ωραίος κρύος. Πιες. Να σου πω μια ιστορία; Θέλεις; Θέλεις να κοιμηθείς με μια ιστορία; Θα σου την πω ψυφηριστά. Μην την ακούσουν οι άλλοι… Μια φορά κι ένα καιρό, λέει, υπήρχαν δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Άγνωστοι….κοιμήθηκες; Κοιμήθηκες; Δεν τελείωσε η ιστορία. Δεν τελείωσε. Μην κουραστείς να μ’αγαπάς. Κοιμήσου. Εγώ θα μείνω εδώ για λίγο ακόμη. Θα σε έχω αγκαλιά και θα σου πω την ιστορία κι εσύ θα την βλέπεις στον ύπνο σου. Κοιμήσου. Ξέρεις, μερικές φορές τα όνειρα, γίνονται πραγματικότητα και άλλες μένουν όνειρα. Σσσς μην ακούσει κανείς. Αυτή η ιστορία, έγινε πραγματικότητα. Σσσς…Αλλά αυτή η ιστορία, θα μείνει όνειρο;

buzz it!

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Ταξίδι μιας μέρας.....

Δείξε μου το δρόμο. Μη με αφήσεις μόνο τώρα. Δεν το αντέχω το τώρα. Μίλα μου και δείξε μου το δρόμο. Θυμάμαι ένα λευκό φως που έπεφτε πάνω σου. Ήταν βράδυ. Κυριακή. Ξημέρωνε. Θα σταματούσαμε για σάντουιτς και κοκα κολα αλλά δεν πήγαμε. Θα μιλούσαμε αλλά δεν μιλήσαμε. Θα με αγαπούσες αλλά δεν με αγάπησες. Ακούω τη μουσική μας. Τη δική μας. Αυτή που έβγαλαν τα κορμιά μας με την πρώτη αγκαλιά. Δεν είναι λυπητερή μουσική. Χαρούμενη είναι. Ακούω τη μουσική που έβγαλαν τα κορμιά μας. Κάτι σαν γουργουρητό γάτας. Σου αρέσουν οι γάτες. Θα σου χαρίσω μια να με θυμάσαι. Κάπνισε μαζί μου. Δεν έχω τι άλλο να κάνω και καπνίζω συνέχεια και πίνω ποτά και καπνίζω και με βρίζουν οι φίλοι που σε ερωτεύτηκα και μου λείπει το φως το λευκό που σε φώτιζε εκείνη την Κυριακή και δεν μου αρέσει η γεύση της μέρας και θέλω να περάσουν οι μέρες και τα χρόνια και να σμίξουμε ξανά. Και να σε πάρω πάλι αγκαλιά και να μη φοβάμαι και να σε νοιώθω πάλι κολλημένη πάνω μου και να μην τρέμω και να σου μιλάω και η ανάσα σου να είναι άγρια και πνιχτή μέσα στο αυτί μου την ώρα που με φιλάς και να μένω ξύπνιος για να συντροφεύω τον ύπνο σου και να μην περνάει από το μυαλό μου ότι θα φύγω και αλήθεια δεν θα φύγω. Θα μείνω για πάντα. Για πάντα καθισμένος στο παγκάκι που καθίσαμε με τα υπέροχα πόδια του φεγγαριού που έσμιγαν σαν φρύδια πάνω από το κεφάλι σου και θα σου πω ξανά για τη ζωή που απέφυγα μόνο και μόνο για να είμαι πλάι σου και θα σου πω για τα μικρά αστεράκια που θέλω να κλέψω μόνο για να τα βάλω στα μάτια σου και να ξαναγυαλίσουν όπως τότε και να σου φιλήσω το λαιμό και να ανατριχιάσεις και να μου χαμογελάσεις και να σου χαμογελάσω και να σε σφίξω και να μου πεις φτάνει αλλά ποτέ δεν θα είναι αρκετή μια τέτοια αγκαλιά και να ξημερώσει και να δούμε τον ήλιο και να φάμε τυρόπιτες με κοκα κολα και να σου πω πόσο σε θέλω και να μου πεις για ένα όνειρο που ζεις και να σου πω κι εγώ για το δικό μου και πάλι να με πάρεις αγκαλιά και να μου ψυθηρίσεις στο αυτί πολύ σιγά μη μας ακούσει ο ήλιος ότι με έχεις αγαπήσει λίγο και θα μου δώσεις ένα φιλί στα μάτια που μάλλον κλαίνε και θα σου πω δεν έχω ξανακλάψει και θα με πιστέψεις και θα με φιλήσεις και δεν θα πιω την κοκα κολα μου και θα φύγουμε και θα μείνουμε για λίγο μαζί και θα ακουστεί ο ήχος που θα μας διαλύσει ξανά και πάλι δεν θα ξέρω τι να πω ούτε τι να κάνω, θα είμαι μόνος κι εσύ μόνη και θα φοβάσαι και θα σου λέω μη φοβάσαι έχεις εμένα αλλά θα ξέρεις ότι δεν με έχεις, δεν με είχες ποτέ γιατί δεν υπήρχα. Δεν θα μπορούσα να υπάρχω. Ούτε δίπλα σου, ούτε πουθενά. Είναι όνειρο. Ένα μόνο όνειρο που το χάλασε ένας σπαστικός ήχος που μισώ. Δεν με είχες ποτέ. Δεν θα μπορούσες να με έχεις. Εγώ έχω πεθάνει πολύ πριν σε γνωρίσω. Είμαι νεκρός πριν σε βρω. Δεν σε πρόλαβα. Δεν ήξερα ότι θα έρθεις και πήγα και πέθανα. Δεν το ήξερα. Συγνώμη. Δεν μπορείς να με έχεις. Είμαι νεκρός. Δεν μπορείς. Δεν ήξερα ότι θα έρθεις. Δεν το ήξερα. Συγνώμη. Μην κλαίς. Συγνώμη. Δεν ήξερα και πέθανα. Αν το ήξερα θα άντεχα λίγο παραπάνω. Για λίγο, μόνο για να σε δω. Κι είναι όνειρο. Το χάλασε ο ήχος. Δεν μπορείς να με έχεις. Είναι όνειρο. Δεν μπορείς. Συγνώμη…..


buzz it!

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Η Γαλανόλευκος...

Η γαλανόλευκος! Μέσα μου θάλασσα! Μέσα μου τίποτα! Ζήτω! Καταστρέφω ότι με πλησιάζει και το πετάω στα σκουπίδια με την υπόκρουση κλαρίνου και με τις μυρωδιές παραδοσιακώνε εδεσμάτωνε από το Πιτ Παζάρ της Θεσσαλονίκης. Η παρθένα συνομήλικη του ξάδερφού μου του Τάσου μου την έπεσε από κοντά και δεν λέει να ξεκολλήσει. Θα τη χτυπήσω την επόμενη φορά που θα μου πει ότι με ερωτεύτηκε για να της αποδείξω την αξία της σιωπής. Άσε με κούκλα μου έχουμε και δουλειές! Μην ξεχάσω! Σιγά μην ξεχάσω! Ξεχνιούνται αυτά; Θα το θυμάμαι όσο ζω, γιατί από εκεί και ύστερα δεν νομίζω. Πάνω από το κεφάλι μου ανεμίζει ανέμελη η γαλανόλευκος και ένας μικρός τσολιάς με ένα λεκέ στη μούρη μου χαμογελούσε σαν άβγαλτο μαθητούδι της πρώτης γυμνασίου που πιστεύει ότι τα μωρά άλλες φορές τα φέρνει ο πελαργός και άλλες οι Αμερικάνοι μέσα σε μαύρες σακούλες! Μη μου μιλάς καθόλου, σου έχω νεύρα! Τι να σου πω καημένη…Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Εγώ δεν ντρέπομαι. Εγώ πίνω την κοκα κολα μου και ρεμβάζω στο μικρό σου μπαλκόνι τα γειτονικά μπαλκόνια της γκόμενας που έτυχε να αγνοεί την ύπαρξη μου και συνουσιαζόταν ανέμελη κι αυτή με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης την ώρα που ο ΑΝΤ1 έδειχνε Αποδείξεις. Ωραίος τρόπος να με χωρίσεις. Πες μου με θες; Πες καλέ! Δεν θα το πω πουθενά. Μυστικό θα είναι. μια στιγμή με καλούν. Πάλι η σπιτονοικοκυρά μου είναι. Η μάνα μου δηλαδή. Μια στιγμή μιλάω. Μιλάω λέμε…Α! «Ξέρω τι έκανες πέρσυ την Τσικνοπέμπτη». Θα το βγάλω στους σινεμάδες να κονομίσω κανέναν οβολό και να μην νοιώθω άβολα. Κουλίτσε θα σου πω αντίο. Σε βαρέθηκα λιγάκι. Δεν μου κάνεις και τίποτα διαφορετικό. Όλο τα ίδια και τα ίδια σε βαρέθηκα. Κάνε μου κάτι βρώμικο. Χώσε μου το πόδι σου στο στόμα μου! Κάτι βρώμικο. Όχι πολύ. Έλα ρε Κουλίτσα…κάτι να έχω να θυμάμαι. Τι θα θυμάμαι, τον καφέ που ήπιαμε στο Μοναστηράκι και μετά έφυγες με εκείνον τον ψηλό τα φαντάρο; Κάνε κάτι βρώμικο….

buzz it!

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

Μίλα μου

Στη σκιά του χρόνου κρύφτηκε
Μια ασύνδετη ανάγκη
Όνειρο ατρόμητο με παρασέρνει στα βαθιά
Ρεμβάζοντας αθώο με κρούνους αναβλύζει ό,τι μας σκλαβώνει

Ας ήταν να είχα μια ώρα άχρονη
Νά’ριχνα στο κενό ό,τι σε καθυστερεί
Νά’δειχνα στη μνήμη σου ό,τι θεωρεί ξεχασμένο
Τότε θα έκανες κουπί σε ανέμους διαολεμένους και χρόνους βιαστικούς
Θα ήσουν δυνατή να μας πας σε μέρη ξεκούραστα και τόπους ανθρωπινότερους

Βλέπω την τρύπα απ’όπου φεύγουν όλες οι στιγμές
Ξέρω τον τρόπο να τις ζούμε στην απέραντη παροντικότητα τους
Μόνο μίλα μου.

buzz it!

Κυριακή 2 Μαρτίου 2008

ΕΥΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ (PAUL ELUARD)

Εύκολο είναι ωραίο κάτω απ’τα βλέφαρά σου
Όπως η ομήγυρη της ηδονής
Χορός και η συνέχεια

Είπα ο πυρετός

Το καλύτερο επιχείρημα της φωτιάς
Να’σαι χλωμή και φωτεινή

Χίλιες στάσεις πρόσφορες
Χίλιες περιπτύξεις λυμένες
Ξαναγίνονται και πάνε σβήνοτας
Σκοτεινιάζεις αποκαλύπτεσαι
Μια μάσκα την εξημερώνεις
Σου μοιάζει έντονα
Κι έτσι ακόμα πιο καλά φαίνεσαι γυμνή

Γυμνή στη σκιά μέσα και γυμνή θαμπωμένη
Σαν ουρανός με ρίγη από αστραπές
Παραδίνεσαι στον εαυτό σου
Για να παραδοθείς στους άλλους.

buzz it!

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

"America"

Πότε θα πάμε; Πάμε τώρα; Πάμε κάποτε! Μη μείνουμε άλλο εδώ. Βαρέθηκα! Θα σου φτιάξω καφέ να πιούμε και μετά φεύγουμε. Έτσι, χωρίς λεφτά. Θα δουλέψουμε! Ξέρω να πλένω πιάτα, να σκουπίζω, ξέρω πολλά να κάνω! Στο τέλος θα σε πείσω. Δεν θέλω να πάω μόνος μου! Μαζί! Πάμε…Δεν σου έχω χαλάσει χατίρι ποτέ! Μη μου χαλάς το δικό μου τώρα! Πιες τον καφέ σου και πάμε! Θα είναι ωραία, θα δεις…Δεν θα είναι σαν εδώ. Θα είναι ωραία, θα δεις! Εκεί θα γελάμε συνέχεια! Θα μιλάμε στον κόσμο και δεν θα μας καταλαβαίνει κι εμείς θα γελάμε! Θα δουλέψουμε. Έχουμε λεφτά. Θα πάρω να φοράω και το μπλε μπουφάν που μου πήρες την Πρωτοχρονιά. Εδώ δεν το φοράω, εκεί σίγουρα. Πάμε….Πότε θα πάμε; Έλα…Θα σου το λέω συνέχεια και δεν θα σε αφήσω να πιεις τον καφέ σου. Δεν κάνω σαν παιδί, μην το ξαναπείς. Γιατί να μεγαλώσω; Αφού παιδί γεννήθηκα, γιατί να μεγαλώσω; Θα δεις θα είναι ωραία. Θα είμαστε στο κέντρο του κόσμου! Θα σε μάθω να κάνεις και πατίνια! Έχει μεγάλα πάρκα εκεί και θα κάνουμε πατίνια! Πάμε…δεν θα έχει βέβαια φραπέ, αλλά θα πάρουμε από εδώ. Κι αν μας τελειώνει θα λέμε να μας στέλνουν. Έχει μεγάλα πάρκα. Εκεί, έχει κάτι ωραία παγκάκια που κάθονται οι άνθρωποι. Και είναι ξύλινα με ωραία πόδια. Θα καθόμαστε κι εμείς σ’αυτά τα ωραία παγκάκια με τα ωραία πόδια. Θα είναι ωραία, θα δεις…Πάμε…Θα διαβάζουμε και τα βιβλία τους. Αφού σου αρέσει να διαβάζεις. Θα γνωρίσουμε ανθρώπους εκεί. Είναι πάρα πολλοί. Όπου και να κοιτάξεις θα βλέπεις ανθρώπους. Δεν θα είμαστε ποτέ μόνοι. Θα γνωρίσουμε! Θα είμαστε στο κέντρο του κόσμου. Θα ανεβαίνουμε στα ψηλά τους κτήρια και θα κοιτάζουμε κάτω. Θα είμαστε πολύ ψηλά και θα σε προσέχω μην πέσεις. Και θα κοιτάζουμε κάτω. Τους δρόμους και τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους στα παγκάκια που διαβάζουν. Έχουν ωραία παγκάκια. Και θα πίνουμε ζεστές σοκολάτες στα καφέ και καφέδες και το βράδυ μπύρες. Και θα ακούμε μουσική. Τη μουσική τους. Και θα τρώμε τα φαγητά τους. Τηγανιτές πατάτες! Κάθε μέρα θα τρώμε τηγανιτές πατάτες! Ξέρω ότι σου αρέσουν. Πάμε…Θα είναι ωραία, θα δεις. Πιες τον καφέ σου και πάμε. Πάω να φορέσω το μπλε μπουφάν που μου πήρες την Πρωτοχρονιά. Εκεί θα το φοράω κάθε μέρα!

buzz it!

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008

Το κωμικό παιδί.

Το κωμικό παιδί που δέσατε με τα δεσμά του γέλιου έσπασε. Βγήκαν σκουλήκια και πεταλούδες από το δέρμα του. Τα μάτια του έγιναν διαμάντια και σας κοίταζε μέχρι και την τελευταία στιγμή. Γελάσατε το ξέρω, αλλά τώρα είναι αργά. Φοβόταν πως θα έφτανε η ώρα αυτή και πάντα κρυβόταν μόνο του σε ένα σκοτάδι. Έπρεπε να ήταν τυφλό για να μη δει τα γέλια σας. Αυτό δεν γελούσε. Φοβόταν. Το κωμικό παιδί δεν υπάρχει πια. Έπρεπε να φύγει και να γυρίσει οργισμένο. Καμιά μπαλάντα δεν θα το έκανε να κλάψει πια. Καμιά γυναίκα δεν θα το πονούσε πιο πολύ από’τι το ίδιο τον εαυτό του. Αγόρασε μια σοκολάτα και έκατσε δίπλα στο παγκάκι που καθόταν με κάποια. Δεν θυμάται με ποια. Το όνειρο δεν είναι πια για να το λες. Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και κάτι είπε. Δεν το άκουσε κανείς να μιλάει. Μόνο τα χείλη κουνήθηκαν, αλλά τα είχε πει όλα. Έτσι, στο τέλος. Όλα. Δεν είχε πια φωνή. Δεν θα γελούσατε πια με τα αστεία του. Δεν θα έκανε γκάφες για σας. Θα ήθελε να ζήσει και θα ζούσε. Όπως ήθελε. Ήταν μεθυσμένο. Πολύ μεθυσμένο. Έπινε όλο το βράδυ, μόνο του. Κάποια το κοίταζε να πίνει και το πλησίασε. Το κωμικό παιδί δεν τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του από το ποτήρι. Το κωμικό παιδί δεν είχε ανάγκη τίποτα περισσότερο από αυτό το ποτήρι. Πρόσθεσε λίγο τζιν στον καφέ του, όπως έκανε παλιά και τον ήπιε με τη μια. Δεν κοίταζε γύρω του. Ακόμα βρισκόταν μέσα σε μια δίνη που στροβιλιζόταν γύρω του. Δεν το άγγιζε όμως το κωμικό παιδί. Δεν είχε πια αστεία να πει. Δεν ήθελε. Άκουσε λίγη μουσική και μετά ξάπλωσε. Ωραία μέρα σκέφτηκα για να πεθάνει κανείς. Αλλά δεν πέθανε. Το άλλο πρωί, πλήθος κόσμου έξω από την πόρτα του περίμεναν για ένα του αστείο. Τσάμπα περίμεναν. Το κωμικό παιδί δεν είχε αστεία. Ήταν τύφλα στο μεθύσι και ξέρναγε στα πατώματα. Δεν το είχαν ξαναδεί έτσι. Δεν ήθελε να τον ξαναδούν έτσι.

buzz it!

Το Δωμάτιο...


Τώρα είναι η ώρα. Οι αναβολές είναι για τους ηλίθιους. Στάσου μπροστά και μίλα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο και οι λέξεις θα κολλάνε, αλλά πρέπει. Τώρα. Πρέπει. Κοίταξε τη μούρη σου στον καθρέφτη. Κοίτα και πες μου τι βλέπεις. Είσαι εσύ; Τώρα. Πάρε τσιγάρο και πες μου. Είσαι εσύ; Σε αναγνωρίζεις; Ξέρεις τι είναι μαλάκα αυτό το δωμάτιο; Μια ζωή. Ολόκληρη. Μια ζωή χαμένη σε τέσσερις τοίχους και ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι είναι να κοιτάζεις τους γείτονες, τις ζωές τους, γιατί δεν έχεις δικούς σου να δεις. Τώρα είναι η ώρα. Ένας καναπές, μια λάμπα και ένα γραφείο είναι η μόνη σου περιουσία κι αυτή λειψή. Τώρα. Το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει. Μπορεί να το έσπασα και να μην το θυμάμαι. Ο δρόμος δεν βγάζει ποτέ ανθρώπους από εδώ. Είναι σαν καταραμένο αυτό το μέρος και έπεσε σε μένα ο κλήρος να το φροντίζω. Και το φρόντισα όλη μου τη ζωή. Μια ζωή…τι ζωή…; Για ποια ζωή μου μιλάς; Η ζωή είναι προνόμιο άλλων, όχι για μας. Εμείς έχουμε το δωμάτιο. Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις. Το δωμάτιο έγινε η ζωή μας κι αυτό γιατί δεν τολμήσαμε να βγούμε απ’αυτό. Από μικρός μεγάλωνα με ένα φόβο. Μην κάνεις λάθος…μην κάνεις λ ά θ ο ς…Και δεν έκανα. Δεν έκανα κανένα λάθος. Δεν έχω να θυμάμαι κανένα λάθος. Ξέρεις τι είναι μαλάκα, να μην έχεις να θυμάσαι; Οι κουρτίνες στο δωμάτιο ήταν πάντα κλειστές. Μη μας βλέπουν οι γείτονες. Λες και κάναμε μασωνίες μέσα και δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Μια φορά διανοήθηκα να τραβήξω την κουρτίνα λίγο και μαζεύτηκαν όλοι να δουν. Έχω τρία μολύβια μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν γράφει κανένα. Αρνούνται. Το βράδυ, παίζει μια απαλή μουσική και ένα αμυδρό κόκκινο φωτίζει το ταβάνι του δωματίου. Δεν είμαι ποτέ μόνος το βράδυ. Φτιάχνω ανθρώπους και τους μιλάω, τους ερωτεύομαι και αγαπάω κάτι σκιές που δεν υπάρχουν. Δεν μπορεί να τις δει κανείς, μόνο εγώ. Οι άλλοι λένε πως είμαι ζαβό, αλλά δεν είμαι. Απλά ζω στο δωμάτιο. Εδώ μέσα η Δευτέρα ξημερώνει από την Κυριακή και ξανά Δευτέρα και ξανά Δευτέρα και ξανά…Τώρα είναι η ώρα. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα και αγγίζω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου, για να μην ξεχνάω ότι υπάρχω. Έφηβος, ανά τους αιώνες. Αρνούμαι να μεγαλώσω για να μη θυμηθώ πως. Και πότε. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο χωρίς κανένα λόγο. Αλλά ξέχασα, ζω στο δωμάτιο και εδώ μέσα δεν υπάρχουν λόγοι. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να μου θυμίσει ζωή και να με κάνει να πιω μέχρι αηδίας. Η παραμικρή κίνηση. Κάθομαι και χαζεύω τις γάτες. Κι αν κάποια στιγμή μια απ’αυτές με κοιτάξει χαίρομαι σαν μικρό παιδί και θέλω να την κάνω φίλη μου. Φίλη μου για μια ζωή. Κι αν μου πεθάνει θα κλαίω. Ερωτεύτηκα. Πόνεσα. Μίσησα. Έχουν ποτίσει οι τοίχοι από γέλια, φωνές, κλάματα. Όλα σιωπηλά. Σσσς…Μην ακουστεί το παραμικρό συναίσθημα. Σσσς….Μπορείς να γελάσεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να κλάψεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να φωνάξεις, αλλά από μέσα σου. Κι όταν το από μέσα βγει. Θα γίνει βουνό. Θα γίνει ποτάμι. Θα γίνει καταιγίδα και κεραυνός και θα διαλύσει τους τοίχους, τον καναπέ και τη λάμπα και δεν θα υπάρχει πια δωμάτιο και τότε θα είμαι γυμνός. Τώρα είναι η ώρα. Σαν μια μάζα ανθρώπων, που η κραυγή τους ξεκινάει σιωπηλά σαν λειτουργία το Πάσχα και γίνεται…και γίνεται κύμα και σε παρασύρει. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα που οι τοίχοι άρχισαν να ξεφτίζουν. Τώρα που το δωμάτιο βαριανασαίνει. Τώρα που έχει ήλιο έξω. Κοίταξε λίγο τον καθρέφτη. Τι βλέπεις; Έχει είδωλο; Τώρα είναι η ώρα….

buzz it!

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008

Της Ελλάδας το κάγκελο....

buzz it!

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Σχεδία...

Ένα δωμάτιο φυλακή και ο προαυλισμός μου το ποτό που πίνω κάθε βράδυ να ξεχάσω ότι θυμάμαι ακόμη. Μείνε εκεί. Μην κινείσαι, είσαι σαν στόχος. Πάρε τσιγάρο αν θες και κάτσε. Θα ανάψω κι εγώ ένα. Όταν πεθάνω θα λένε... «Κάπνιζε. Κάπνιζε σαν φουγάρο αλλά ο καργιόλης ήταν το πιο χαρούμενο πτώμα που έχουμε δει»! Έτσι θα λένε, το πιστεύω. Πάλι συνάχι έχεις; Σε θυμάμαι, εκείνη τη μέρα στο Μουσείο. Πάλι συνάχι είχες. Λέω να φορέσω τα καλά μου σήμερα και να βγούμε μια βόλτα. Τι λες; Αν θυμηθώ βέβαια που τα έχω. Έχω να βγω από εδώ μέσα πολύ καιρό και ξέχασα που τα καταχώνιασα. Μου έπιαναν χώρο. Είδες; Τώρα που τα χρειάζομαι…Τέλος πάντων…Γιατί δεν μιλάς; Μίλα. Τι περιμένεις να πω εγώ; Θα πάρω γάτα σου το είπα; Γάτα. Έτσι δεν θα είμαι μόνος μου. Χαμογέλα λίγο…Θες να σου κάνω γκριμάτσες; Μάλλον δεν θες. Φοβόμουν να σε πάρω. Πέθαινα για να σε πάρω αλλά…Σήκωνα το τηλέφωνο και το ξαναέκλεινα σαν τα μικρά παιδιά. Πάνε χρόνια ε; Αιώνες; Μη με κοιτάς, μίλα. Δεν μπορώ μόνος μου. Για λίγο πέρασε από το μυαλό μου να έρθω να σε βρω αλλά και πάλι…Γιατί δεν μιλάς; Θέλω να βάλω τα καλά μου και να βγούμε μια βόλτα. Οι δύο μας. Μια βόλτα. Αν…Τίποτα. Κοίταξε με. Κοίτα με. Πάει καιρός, το ξέρω. Άσε με λίγο, για λίγο. Ξυπνάω, κοιμάμαι, δουλεύω. Δε ζω. Ποια ζωή; Τι ζωή; Το λεωφορείο, το νοίκι, τα σκατά…κι εσύ; Εσύ που είσαι; Τι κάνεις; Ξέχασα πια τι αγαπάς, τι μισείς. Με τι γελάς, με τι κλαις. Ξέχασα τα μαλλιά σου, τα χέρια σου, τα χείλη σου. Δεν θυμάμαι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο πίσω απ’το άλλο και δεν υπάρχω. Μένω εδώ. Μιλάω με ανθρώπους που δεν ξέρω και δεν μιλάμε. Βγάζουμε φθόγγους που δεν έχουν κανένα νόημα. Γράμματα στη σειρά που σχηματίζουν προτάσεις χωρίς ειρμό. Κι εσύ που είσαι; Σε ένα πάρκο ζούσε ένα κοριτσάκι. Δεν είχε γονείς και ήταν μόνο. Είχε κάνει σπίτι του ένα παγκάκι. Το σιχαίνονταν όλοι, γιατί ήταν βρωμιάρικο. Αλλά αυτό τους κοιτούσε κάθε μέρα, να περνάνε και να πηγαίνουν στις δουλειές τους, καλοντυμένοι. Γι’αυτούς, δεν υπήρχε το κοριτσάκι. Δεν το είχαν κοιτάξει ποτέ στα μάτια. Πάντα φοβόμουν ότι κανείς δεν θα με θυμάται. Μη με ξεχάσεις. Κοίτα με στα μάτια και κράτα με. Μη με ξεχάσεις. Εγώ άρχισα να ξεχνάω. Να με θυμάσαι. Μπορεί να μην θες να με αγγίζεις, να μου γελάς ή να με αγαπάς. Να μη θες να σε φιλάω, να σε σκεπάζω τα βράδια όταν ψήνεσαι στον πυρετό, να σου λέω πόσο γλυκιά είσαι με το συνάχι σου. Μπορεί να θες να φύγεις και να μην πατήσεις ποτέ το πόδι σου ξανά σε αυτό το δωμάτιο. Αλλά μη με ξεχνάς. Ζήσε, αλλά κράτα ένα κομμάτι στο κεφάλι σου μόνο για μένα. Ένα μικρό. Κι όποτε θες, μπορείς να έρχεσαι να βλέπεις τη γάτα. Το κοριτσάκι του πάρκου πέθανε. Δεν το θυμάται κανείς, γιατί δεν το κοίταξε κανένας στα μάτια.

buzz it!

Απάντηση.......

Σου χάλασα τη μόστρα χαμαλοραγιά; Αρνείσαι ότι με γνωρίζεις για να μην πέσει πάνω σου μια στάλα από τη βρωμιά μου; Είμαι άνεργος, βρωμιάρης και τεμπέλης, αν αυτό σε ευχαριστεί. Δεν αρνούμαι την αποτυχία της χρονιάς όπως εσύ αρνείσαι την αποτυχία της ράτσας σου. Δεν τη φοβάμαι. Εσύ; Σήμερα πόσες μασχάλες έγλυψες; Σε πόσους είπες, τι καλοί που είναι; Εγώ σε κανέναν! Εγώ δεν θυμώνω όταν με πουν άχρηστο. Δεν μου καίγεται καρφί. Πόσες φορές έσκυψες σήμερα; Δεν σε ξεπλένει τίποτα μικρέ μου παντοκράτορα. Σαπίζεις για ένα κομμάτι ψωμί κι αυτό βρώμικο. Βρωμάς όπως κι εγώ, με τη μόνη μας διαφορά, εγώ το παραδέχομαι. Σκυλάκι του καναπέ που το μάλωσε η μαμά του είσαι, μαλάκα. Μη με κοιτάς, μη μου μιλάς, γιατί εγώ τόλμησα και σας έφτυσα στη μούρη. Λίγο σάλιο δεν θα σας κάνει κακό! Μου θυμίζεις ένα στρατόκαυλο που είχα στο στρατό, που με κατηγόρησε για δολιοφθορά και σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης, όταν του ξεσκέπασα κομπίνα που θα μπορούσε να τον κλείσει φυλακή. Πόσο χαζός είσαι; Θυμάσαι που έπεσες τόσο χαμηλά να γλύψεις κι εμένα; Εμένα, τον αποτυχημένο, που δεν τολμάς τώρα να γυρίσεις να δεις για δεύτερη φορά. Μπορείς να κάνεις, ότι θέλεις. Ακόμα και να με χτυπήσεις, γιατί τόλμησα να πω για σένα. Μπορείς ακόμα και να με πας στα δικαστήρια γιατί είπα για την πουλημένα φάρα σου. Δεν παίζω μαζί σου. Βαριέμαι να παίζω και να ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Στο τέλος η νίκη θα είναι δική σου, γιατί εγώ είμαι μόνος. Τα φασιστότεκνα που γλύφεις για να πληρώσεις το νοίκι σου δεν θέλουν και πολύ να σε αφήσουν χωρίς νοίκι. Αυτό να θυμάσαι. Ο λόγος, είναι πάντα ελεύθερος. Αν μπορούσες μια στιγμή να σκεφτείς σαν άνθρωπος και όχι σαν ποντίκι θα έβλεπες που κυλιέσαι. Δεν τα βλέπεις τα σκατά που έπεσες; Δεν μπορείς να τα δεις; Βρωμάτε και δεν έχω καμία όρεξη να βρωμίσουμε παρέα. Εκεί που φτύνω δεν κυλιέμαι και πολύ περισσότερο δεν γλύφω. Και συνεχίζω το αποκριάτικο πρόγραμμά μου…με εμβατήρια!

buzz it!

Επίκαιρο...

Ο Αββακούμ περπατά μαζί με τη γυναίκα του στους πάγους της Σιβηρίας.
Η γυναίκα του αρχιεπισκόπου:
«Θα υποφέρουμε για πολύ, αρχιεπίσκοπε;»
Αββακούμ:
«Κόρη του Μάρκου, μέχρι το θάνατο».
Κι εκείνη αναστενάζοντας:
«Καλά, γιε του Πέτρου, ας περπατήσουμε τότε».

buzz it!

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008

Το μπαρ....

Ένα ποτό. Κι άλλο ένα. Σαν ιδέα που δεν ειπώθηκε. Διπλό βάλε. Μουσική. Βαριά. Σαν τα βλέφαρά μου. Βαριά. Το μπαρ. Σαν Νεοϋορκέζικο μπλουζάδικο που ζητά δικαίωση μοιάζει. Φορούσα μαύρο μπουφάν που τώρα κυλιέται στο πάτωμα. Βρομιά. Μοιράσου λίγο από το τσιγάρο σου μαζί μου και μετά φύγε. Μπορείς να φύγεις. Ξημερώνει…Ο μπάρμαν μοιάζει με ένα παιδικό μου φίλο. Χαθήκαμε. Μπορεί να είναι κι αυτός, δεν ξέρω. Δεν θέλω καυγάδες. Πιες το ποτό σου και φύγε. Εγώ θα μείνω για λίγο. Είχαμε ξανάρθει εδώ, θυμάσαι; Καθίσαμε εκεί. Δίπλα στη μπάρα. Θυμάσαι; Κάπνιζα ακατάπαυστα, θυμάσαι; Μου πήρες το πακέτο και το έχωσες στο σουτιέν σου, λες και θα κώλωνα να χώσω το χέρι μου και να το πάρω. Δεν το πήρα όμως. Προτίμησα να κάνω από τα δικά σου. Είχα τον τρόπο. Θυμάσαι; Σε κοιτούσα μόνο, θυμάσαι, δεν σου μίλησα. Μόνο όταν μου το ζήτησες, θυμάσαι; Μόνο τότε σου είπα κάτι. Δεν θυμάμαι τι. Κάπνιζα ακατάπαυστα. Από τα δικά σου. Κάτι Καρέλια, άθλια. Μπορεί να έβρεχε, γι’αυτό χωθήκαμε εδώ μέσα. Σε κοιτούσα. Ναι, σίγουρα έβρεχε. Θυμάσαι; Μου χαμογέλασες και δεν ξέρω το λόγο. Δεν είπα ποτέ κάτι αστείο. Φορούσες φόρεμα θυμάσαι; Ένα λευκό φόρεμα και ήσουν μούσκεμα. Βρεγμένη ως το κόκαλο. Μου ζήτησες να σου ανάψω το τσιγάρο. Φύσηξες τον καπνό και με φίλησες. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο. Πάλι έπαιζε αυτό το κομμάτι θυμάσαι; Αργά…θυμάσαι; Οι κουρτίνες του μπαρ χόρευαν με τον αέρα. Μου είπες να χορέψουμε. Σου είπα, όχι. Πραγματικά δεν ήθελα. Έκανες τη θυμωμένη και με ξαναφίλησες, θυμάσαι; Θυμάσαι; Ήπια το πρώτο ποτό γρήγορα σαν να έπινε νερό ένας διψασμένος και πήρα δεύτερο και τρίτο και τέταρτο. Έπρεπε. Θυμάσαι τι μου είπες; «Πάρε με»… Πάρε με….Τώρα μου φαίνεται αστείο. Οι καρέκλες, τόσο άβολες καρέκλες λες και κουβαλούσαν μνήμες χωρισμών και ερώτων και κλάματα και γέλια και φιλιά αιώνων. Πέρασε η ώρα. Θυμάσαι; Μίλα μου…Μη με αφήνει μόνη, μίλα μου, έτσι μου είπες. Σίγουρα έβρεχε. Πέρασα το χέρι μου στη μέση σου και σου δάγκωσα τα χείλη να σε πείσω. Μη χαθείς…σου το είπα στο αυτί αλλά μάλλον η μουσική ήταν τόσο δυνατά που δεν το άκουσες. Θυμάσαι; Γιατί να βρεθήκαμε εδώ; Γιατί σ’αυτό το μέρος; Σαν μπουρδέλο είναι. Χόρευες όλη τη νύχτα κι όταν κουραζόσουν με αγκάλιαζες. Χόρευες και με κοιτούσες. Σαν θήραμα. Πέταξα το τσιγάρο μου στο πάτωμα και σε πλησίασα και τότε κατάλαβες, θυμάσαι; Σε πήρα και φύγαμε, θυμάσαι; Είχε ξημερώσει όπως τώρα, θυμάσαι; Τα πάντα βρεγμένα έξω κι οι δύο μας σαν να βρισκόμαστε σε άλλον πλανήτη, περπατούσαμε στους άδειους δρόμους, χωρίς να ζητάμε κάτι ή χωρίς προορισμό. Θυμάσαι; Κι όταν τα ρούχα σου βρέθηκαν στο πάτωμα τότε…Πιες το ποτό σου και φύγε. Ξημέρωσε…

buzz it!

Ο μπάτσος και άλλα ασπόνδυλα....

Ο μπάτσος που εκ γενετής μου κάρφωσαν στο πλευρό να με προσέχει βρίσκεται στο νεκροκρέβατο. Θέλω να πω λόγια ευχαριστίας και να τον καλέσω να έρθει να φάμε για τελευταία φορά τα ποτισμένα με αρσενικό μπισκοτάκια μου. Δεν φταίω εγώ που αργοσβήνει ανέμελος κραδαίνοντας σημαία κατακόκκινη. Μπάτσος ανέτρεψε το καθεστώς μου και μου επέβαλε τη σιωπή μου. Η σιωπή μου προς απάντησή σου του είπα με ύφος σνομπ, που μου αρέσει και έκλασα ανάμεσα στα μάτια του. Δεν πήρε μυρωδιά. Συνήθως βάζω την ελληνική αστυνομία να διαβάζει πρώτη τα γραπτά μου. Αυτή τη φορά δεν μπορώ γιατί…Έλα μου ντε! Αλλά να σου πω αστυνομικούλη μου, είσαι για μια παρτίδα κουμ καν; Θα σε ξεσκίσω! Καλοντυμένοι γραβατοφόροι και εκ πρωκτού συνουσιαζόμενοι βάλτε φωνή βροντερή να σταματήσει το αίσχος! Ποιο κωλόπαιδο, αναρχικός, εχθρός του κράτους είπε την κακία ότι οι αστυνομικούληδες είναι φασίστες; Φασίστες είστε και φαίνεστε και μια γαϊδούρα παντρεύεστε! Που θα μου πείτε εμένα! Μην ακούσω λέξη. Σκασμός! Μιλάει ο υπουργός! Σκασμός είπα. Οι μπάτσοι είναι φίλοι μας. Είναι εδώ για μας. Προχθές στην πορεία υπήρχε κλίμα κατάνυξης. Σαν μυσταγωγία που δύσκολο να την περιγράψω. Ήταν σαν εκκλησίασμα που δεν πρόλαβε να ακούσει το Χριστός Ανέστη και ξεπετάχτηκε στο δρόμο να το γιορτάσει. Δακρυσμένοι διαδηλωτές που δεν ήξεραν αν κλαίνε από τα δακρυγόνα, από το ξύλο ή από την ιερότητα της στιγμής. Η στιγμή που περνάει και χάνεται, χάνεται, χάνεται, χαν…Μην πεις κουβέντα. Κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα! Ποιος είσαι; Ο Μάκης; Δεν θέλω να ξανακούσω τι κακοί άνθρωποι είναι οι μπάτσοι. Δεν μπορώ να το ξανακούσω. Σημείωση. Ο μπάτσος δεν είναι γουρούνι. Πότε δεν είδα το συμπαθές τετράποδο να βαράει άλλα συμπαθή τετράποδα γιατί δεν του άρεσε το μουγγανιτό τους. Βρωμάνε τα ποδάρια σου, το ξέρεις; Δεν φταίνε οι καημένοι…εντολές εκτελούν! Να συλληφθεί ο απαίσιος δήμαρχος που τοποθετεί ζαρντινιέρες σε χώρους προορισμένους για αστυνομικά βασανιστήρια. Τι φταίει, τώρα ο ακίνδυνος αστυνομικούλης αν το κωλόπαιδο, άπλυτος και χασομέρης σκόνταψε και έπεσε πάνω στη ανυποψίαστη ζαρντινιέρα που έβαλε εκεί το χέρι της αντίδρασης για να ενοχοποιήσει την συμπαθή τάξη των αστυνομικών; Σκάστε! Αυτά είναι προβοκάτσιες! Ακόμα να ξεψυχήσει ο πούστης; Άντε έχουμε και δουλειές! Δεν θα σε περιμένω όλη μέρα. Δεν φταίνε οι μπάτσοι που πάνε σαν τους Χιώτες δυο δυο. Οι μπάτσοι που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας φταίνε. Αυτά τα δεξιοκρατούμενα ανθρωποειδή. Σκοτώστε τα!!!

buzz it!

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Χέσε θέατρο και κατούρα παράσταση!!!

Φώτα, μουσική και πάμε! Η παράσταση άρχισε! Κλείσε μωρή το κινητό, παίζει ο άνθρωπος! Τι ώρα τελειώνει είπαμε; Α…τόσο αργά…κατάλαβα. Γιατί βαρούν τους ντεντζερέδες; Α…τέχνη κάνουνε…συγνώμη δεν κατάλαβα. Μωρή, αυτοί της κουλτούρας, πάντα στενοχωρημένοι είναι; Α…είναι ΕΜΟ, κατάλαβα…Καλέ! Τι πετάει ο καλλιτέχνης; Κριθάρι είναι αυτό; Α…μυσταγωγία; Αυτοί με τα μαύρα τι κάνουν; Αυτοί μωρή σαλαμάνδρα, εκεί στη γωνία μου μουγκανίζουν. Α…τις αμοιβάδες; Ασπόνδυλα δηλαδή…κατάλαβα…ότι θέλω κατάλαβα, τι θες τώρα; Κλείστο χριστιανή μου το κινητό δημιουργεί ο άνθρωπος! Συγνώμη…συνεχίστε. Α…έπεσε. Γιατί έπεσε; Καλέ βοηθήστε κάποιος τον χριστιανό. Κάτι έπαθε! Τι έπαθε; Δεν ξέρω, κατάλαβες εσύ; Α…έτσι κάνουν οι ποιοτικοί; Πέφτουν; Δεν το ήξερα, συγνώμη…και ουρλιάζουν; Α…κατάλαβα…Διάλειμμα έχει; Όχι; Ο Χριστός και πότε θα καπνίσω; Πες το μου αυτό! Πες το μου να τρελαθώ. Δεν καπνίζουν εδώ; Και τούτος γιατί την άναψε την τσιγαρούμπα; Σιγά μην του το είπε ο σκηνοθέτης. Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που έγραψε το έργο ή αυτός είναι ο σκηνογράφος; Τι να κάνω μωρή, τους μπερδεύω. Να σου πω, μετά πάμε για κανα βρώμικο; Πάμε, πάμε! Για σταμάτα λίγο γιατί…αυτός δεν πέθανε πριν; Και τώρα γιατί βρίζει αφού πέθανε. Α…δεν έχει σημασία; Έχει νόημα; Κατάλαβα…Βαρέθηκα…Δεν πηγαίναμε στο Λαζόπουλο; Τι τσιμπάς καλέ; Δεν επιτρέπεται να λέμε Λαζόπουλος εδώ μέσα; Γιατί; Α…είναι χώρος τέχνης….Γι’αυτό δεν έχω καταλάβει Χριστό. Μη μου λες! Ο προηγούμενος που είπε Λαζόπουλος τον έχουν στο υπόγειο και ακόμα του βγάζουν τα νύχια; Δε σε πιστεύω! Αυτός τώρα γιατί κλαίει; Τι θέλει να δείξει με το κλάμα; Ερώτηση είναι αυτή; Με το κλάμα συνήθως λένε ότι…κλαίνε! Αν δείχνεις ένα που κλαίει τι δείχνεις; Α…την εσωτερική πάλη των συναισθημάτων, που πηγάζουν από βιώματα και τραύματα ανεξιχνίαστα μέχρι αυτή τη στιγμή και που φωλιάζουν στην ψυχή με αποτέλεσμα της εξωτερίκευση των συναισθημάτων που προκαλούν δάκρυα; Α…δεν το ήξερα…συγνώμη…Τι; Τελείωσε; Ναι ε; Είναι εννιά και μπήκαμε…εννιά παρά τέταρτο. Μόνο ένα τέταρτο; Είκοσι ευρώ για ένα τέταρτο; Α…έτσι είναι η παραστάσεις οι βαριές…συγνώμη δεν το ήξερα…Τι; Πως μου φάνηκε; Ε…καλή ήτανε. Πολύ ωραίο σκηνικό είχε. Πάρα πολύ ωραίο σκηνικό. Ένα πράγμα δεν μου άρεσε μόνο. Που υπήρχαν και ηθοποιοί μπροστά…

buzz it!

Σύστημα ένωσης των φύλων κατά την έβδομη περίοδο(κι όχι κατά την όγδοη) - Charles Fourier



Μπορούμε να διακρίνουμε στον κόσμο των κερατωμένων εννέα βαθμίδες κερατώματος, είτε στους άντρες είτε στις γυναίκες, γιατί οι γυναίκες κερατώνονται πολύ περισσότερο απ’ότι οι άντρες. Κι αν ο σύζυγος έχει κέρατα ψηλά σαν το ελάφι, τα κέρατα της συζύγου υψώνονται όσο και τα κλαδιά των δέντρων.
Θα περιοριστώ στην αναφορά των τριών πιο διακεκριμένων ειδών, ήτοι:
Είδος πρώτο: Ο κερατάς αυτός είναι ένας αξιότιμος ζηλιάρης που αγνοεί το πάθημά του και νομίζει τον εαυτό του αποκλειστικό κύριο κι αφέντη της γυναίκας του. Όσο οι άλλοι τον αφήνουν με την αξιέπαινη διακριτικότητά τους στο σκοτάδι και δεν έχουν στοιχεία να τον χλευάσουν δεν μπορεί κι εκείνος να εξοργιστεί με μια προσβολή που την αγνοεί. Γελοίος εδώ είναι ο τρίτος, ο «διαφθορέας», που περιποιείται το σύζυγο και σκύβει το κεφάλι, ξέροντας πως μοιράζεται μαζί του την ωραία κυρία.
Είδος δεύτερο: Είναι ο σύζυγος που χόρτασε τον οικόσιτο έρωτα και θέλοντας να διασκεδάσει αλλού, κλείνει τα μάτια στη συμπεριφορά της συζύγου και την εγκαταλείπει ανοιχτά στους ερωτιδείς, υπο την προϋπόθεση βέβαια να μην του φέρει κανένα μωρό. Το αυτί κάτι τέτοιων δεν ιδρώνει στην κοροϊδία. Το αντίθετο μάλιστα, σχολιάζουν τα κέρατα των άλλων με ιδιαίτερη δριμύτητα, σαν να μη φοράνε από δαύτα κι οι ίδιοι.
Είδος τρίτο: Αυτός είναι ο γελοίος ζηλιάρης, απρεπής ως προς τη σύζυγο, άριστος γνώστης της απιστίας της. Πρόκειται για μανιακό που αγωνίζεται να αποτρέψει το πεπρωμένο και που, με την αδέξια αντίστασή του γίνεται περίγελος με τις ανώφελες προφυλάξεις του, με τους θυμούς και τα ξεσπάσματά του. Πρότυπο ο Ζωρζ Νταντέν του Μολιέρου, πλήρες και τέλειο μοντέλο.

buzz it!

Περί σχέσεων και άλλων βασανιστηρίων...

Χιονίζει…ρε χιονίζει…Είδαμε και μια άσπρη μέρα με τη Νέα Δημοκρατία! Ο μπαγάσας γάτος κρύφτηκε στο σπίτι μου να γλυτώσει το κρύο και φεύγοντας δεν άφησε ούτε ευρώ να με ευχαριστήσει για τη φιλοξενία. Να θυμηθώ να το κάνω θέμα. Κουλίτσα μου σε ξαναεπισκέπτομαι και σήμερα για να σου πω. Σάββατο βράδυ χθες και η Αθήνα γλεντούσε στους ρυθμού της Έλενας Παπαρίζου, παπαρίζοντας και συνουσιάζοντας τη μικρή μου θλίψη για το σημερινό πρωινό. Κουλίτσα κάτσε σε ένα σημείο και μην κουνιέσαι! Ζαλίζομαι! Το τηλέφωνό μου χτύπησε στις τρεις τα ξημερώματα. Ποιος να είναι σκέφτηκα. Το σήκωσα γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μια αντρική φωνή. Όχι πολύ αντρική. Γκέι μου φάνηκε. Κάτσε μωρή σε ένα σημείο, με κούρασες.

-Παρακαλώ…

-Έλα…

-Ποιος;

-Εγώ.

-Κι εγώ, εγώ είμαι!

-Σε είδα στον ύπνο μου.

-Κι εγώ με είδα!

-Σοβαρά;

-Όχι, ψέματα το λέω!

-Και τι έκανες;

-Σεξ με τη Βέρα Λάμπρου, διαβάζοντας Ευριπίδη.

-Ψέματα…

-Αλήθεια…

-Ψέματα…

-Αλήθεια…

Αυτό το ψέματα και το αλήθεια να συνεχίστηκε και μισή ώρα μπορώ να σου πω…Μετά μου το έκλεισε στη μούρη λες και το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν με ποια γ…(μπιπ) στον ύπνο μου! Δεν πάμε καλά Κουλίτσα μου! Δεν πάμε καλά. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τον γκρεμό και βγαίνει ο Κώστας και μας λέει ότι πρέπει να πάμε όλοι ένα βήμα μπροστά! Πήγαινε εσύ ρε μαλάκα κι αν δούμε ότι γλύτωσες, ερχόμαστε κι εμείς! Τι είμαστε κολλητοί να πηγαίνουμε μαζί; Κουλίτσα μου βάλε και σε μένα καφέ. Στέγνωσε ο στόμας μου να σου τα λέω πρωινιάτικα. Θα κάνω ένα τσιγάρο και θα φύγω. Ποιος ηλίθιος είπε ότι το τσιγάρο βλάπτει; Έχει σώσει σχέσεις το τσιγάρο…Γιατί εκεί που λες χωρίσαμε σου λέει ο άλλος ένα τσιγάρο ακόμη…και όσα φέρνει η στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος που λέει και ο πάνσοφος λαός μας. Το τσιγάρο και η δυνατή μουσική του κλαμπ σώζει τις σχέσεις. Γιατί στη δυνατή μουσική δεν μπορείς να μιλήσεις. Ενώ στην ησυχία θες δεν θες την κάνεις την κουβέντα. Κι όταν ένα ζευγάρι Κουλίτσα μου αναγκαστεί να την κάνει την κουβέντα…χαχα…ή σε χωρισμό πάει ή ο άντρας στο ψυχιατρείο. Επίσης δεν έχω καταλάβει κάτι. Γιατί ένα ζευγάρι πρέπει να…να…μαζί…καταλαβαίνεις…δεν καταλαβαίνεις μωρή γουρούνα; Να…μαζί…χαζή είσαι; Να τελειώνουν λέω…θυμάσαι πως γίνεται; Μπα ε; Εγώ κάτι αμυδρά. Ναι, αλήθεια, δεν το καταλαβαίνω. Γιατί να μου δημιουργείται εμένα το άγχος να τελειώσω με την εκάστοτε κυρία; Δεν κατάλαβα δηλαδή, τι είμαστε; Ορχήστρα; Να τελειώνει η βιόλα με την μπασαβιόλα μαζί; Τελειώνει αυτή τώρα, να πάρει το πρώτο χειροκρότημα, τελειώνω εγώ όποτε μου κάνει κέφι. Που έχουν πάρει όλες το FILMNET ευαγγέλιο και μου ξεσηκώνουν στάσεις! Που πας χριστιανή μου! Αυτός που βλέπεις εκεί μέσα δεν δούλευε όλη μέρα. Γι’αυτό μπορεί και τα κάνει. Εγώ από το πρωί ξεσκίζομαι σαν το ντόπερμαν να σου φέρω να φας και το βράδυ μου ζητάς να σου κάνω αεροπλανικές φιγούρες; Αν θες αεροπλανικές φιγούρες τράβα στο τσίρκο. Και πάρε και καμιά φίλη σου, γιατί εγώ βαριέμαι. Δεν πάμε καλά. Κουλίτσα φεύγω. Που να πάω; Σπίτι πάω. Έχω δουλειά…άσε τώρα που θες να τα μάθεις όλα…..

buzz it!

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008

Το κόμμα του αγώνα!

buzz it!

Στην Α....


Μη γελαστείς και μου δώσεις σημασία. Δεν τη χρειάζομαι. Δεν την αντέχω. Ξέρεις είμαι μόνος…Δεν το ήξερες ε; Κι όμως…Περνάει ο καιρός αγαπούλα. Μη μου δίνεις σημασία. Δεν έχω πια να σου πω. Τι να σου πω; Κάποτε ζούσαμε. Μαζί. Τώρα δεν…μη μου δίνεις σημασία. Αγάπα με μόνο. Κοίτα με στα μάτια κι αγάπα με. Μου δίνεις λίγο καφέ; Θα φτιάξεις; Δεν δουλεύω σήμερα. Δεν θα πάω. Θα μείνω εδώ. Βρέχει…δεν βρέχει συχνά. Και βρήκε σήμερα τη μέρα. Δεν την αντέχω τη βροχή. Είσαι κλεισμένος στο καλοδιατηρημένο σου δωμάτιο, μια φυλακή που της λείπουν τα κάγκελα και βλέπεις τη βροχή. Πέφτει. Την κοιτάζεις κι ανάβεις τσιγάρα και πίνεις καφέδες κι άλλα τσιγάρα μέχρι που νυχτώνει και έρχεται το τηλεφώνημα που σου αλλάζει τη διάθεση. Και μιλάς και σκέφτεσαι και αναπολείς και κλείνεις τα μάτια και φτιάχνεις εικόνες κι ακούς τη βροχή και ο καφές κρυώνει στην κούπα και η στάχτη στο πάτωμα δίπλα στην κουβέρτα και μείνε στο ακουστικό για λίγο, για ένα λεπτό ακόμη, μην το κλείνεις…Μην το κλείνεις…Δεν θα σου πω ποτέ πόσο σε χρειάζομαι. Δεν θα στο πω γιατί ντρέπομαι. Ούτε κι εσύ θα μου το πεις. Κι ας το νοιώθεις κι ας θες κι ας σε πληγώνει η βροχή και η μοναξιά και οι μπαλάντες και τα δάκρυα και το άδειο δωμάτιο και η κουρτίνα σου που την έσκισε ο αέρας και η παρέα που δεν ήρθε και οι φίλοι που σε ξέχασαν και...και…και…Είναι δύσκολο όταν βρέχει. Δεν θα σε ψάξω σήμερα σε κανένα δρόμο. Δεν θα βγω να σε δω στην μπάρα να πίνεις ποτά ούτε θα γυρίζω σαν αδέσποτο μέσα στην Αθήνα. Σήμερα θα μείνω εδώ, κάτω αό την κουβέρτα μου τη μωβ, που σου άρεσε και θα σε ψάξω εδώ. Και θα ελοίζω πως σβήνοντας το τσιγάρο θα χτυπήσει η πόρτα και θα είσαι μούσκεμα και θα σου προσφέρω τα ρούχα μου και θα γελάσω που σου είναι μεγάλα και θα γελάσεις κι εσύ και θα με κοιτάξεις στα μάτια και κάτσουμε μαζί στον καναπέ, το δικό μου καναπέ και θα σου πω αν θες κάτι και θα μου πεις ότι θες εμένα κι εγώ θα ντραπώ και θα γυρίσω το βλέμμα στην κλειστή τηλεόραση και θα σου χαμογελάσω και θα σε πάρω αγκαλιά να μην κρυώνεις και θα σου φυσάω μέσα στο αυτί, που ξέρω ότι σε ενοχλεί και θα γελάω και θα θυμώνεις αι θα με χτυπάς στα ψέματα και θα σε χτυπάω στα ψέματα και θα μείνει για λίγο το βλέμμα σου επάνω μου, όταν εγώ θα κοιτάζω αλλού και θα σε κοιτάξω και θα μου πεις ότι μ’αγαπάς και θα σε φιλήσω και θα σε πάρω αγκαλιά και τα μάτια σου θα έχουν γίνει τεράστια και η κουβέρτα μου θα σέρνετε στο πάτωμα και θα σταματήσω να καπνίζω και θα σου κάνω αστεία και θα μου κάνεις αστεία και θα σε φιλάω και δεν θα σταματάω γιατί…γιατί…Δεν θα μπορώ να μιλησω. Δεν θα έχω να πω τίποτα. Τίποτα. Τι να πεις εξάλλου; Μη μιλάς θα σου πω και θα σε φιλάω. Μη μιλάς, δεν θέλω να ακούω. Δεν ακούω….

buzz it!

 
GreekBloggers.com