Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Με ένα τσιγάρο υπομονής σε περιμένω πάλι......

Χτυπάω το πάτωμα με τα παπούτσια μου. Μοιάζει σαν να θέλω να διώξω το μικρό ξωτικό που έβαλες κρυφά. Το χτυπάω με ρυθμό. Τακ τακ τακτακ τακ. Καπνίζω και ένα τσιγάρο υπομονής. Μόνο τέτοια τσιγάρα κάνω. Υπομονής. Ο τοίχος έχει μαυρίσει λίγο και δεν μου κάνει πια εντύπωση. Ο τοίχος...Το παράθυρο…Με δυο κάγκελα θα γινόταν καλύτερη φυλακή απ’ότι είναι. Θα το φροντίσω με τις πρώτες βροχές. Δεν σου μίλησα σήμερα. Όχι ότι δεν είχα το κουράγιο, αλλά να…Κάτι περίεργες λέξεις μου είχαν καρφωθεί στη γλώσσα. Οι μισές μιλούσαν για χωρισμό κι οι άλλες μισές για αγάπη. Δεν ήξερα ποιες να προφέρω κι έτσι σώπασα. Δεν με έπαιρνε, καταλαβαίνεις. Φυσικά και καταλαβαίνεις. Να σου βάλω καφέ; Έχει κρυώσει αλλά μπορώ να τον ζεστάνω αν θέλεις. Να σου βάλω καφέ; Κάτσε όπου βρεις. Θα μαζέψω λίγο τα ρούχα που τα πετάω όπου βρω και θα σου κάνω χώρο. Κάτσε. Πάρε τσιγάρο. Χαμογέλα μου. Μην είσαι κατσούφα. Χαμογέλα. Κοίτα εμένα. Κοίτα πως το κάνω και κάνε το ίδιο. Ανοίγεις ελαφρά το στόμα, μέχρι να φανούν τα δόντια σου. Να, έτσι. Βλέπεις; Δεν χρειάζεται να νοιώθεις κάτι, απλά άνοιξε, να φανούν τα δόντια σου. Αυτό λέγεται χαμόγελο. Το κάνεις πολύ ωραία. Σαν να το κάνεις χρόνια είναι. Μείνε να σε βγάλω μια φωτογραφία. Θέλω να κρατήσω αυτή τη στιγμή για πάντα. Να σου βάλω καφέ; Αχ…βάλε κι εσύ λίγο μουσική. Κάτι να ακούγεται. Σιγά. Βάλε ότι θέλεις. Νομίζω ότι σήμερα είμαι χαρούμενος. Νομίζω. Αν χαρά είναι αυτό που θυμάμαι, που κάνει τους ανθρώπους να κάνει φρουτ φρουτ η καρδιά τους, τότε είμαι χαρούμενος. Χαχα! Τώρα το βουλώνω, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω. (Παύση) Μάτια είναι αυτά; Σαν φλόγες μοιάζουν. Δυο μικρές φλογίτσες που καίνε τα δικά μου μάτια. Αχ, μην τα κλείνεις… μην τα κλείνεις…Θέλω να με κοιτάς. Να με κοιτάς πάντα. Για πάντα. Τρέμουν τα χείλη σου; Να εδώ δεξιά, έτρεμε. Τρέμουν…Και τα δικά μου τρέμουν. Αλλά εγώ το κρύβω. Ξέρω να το κάνω. Δε θα σου το μάθω όμως αυτό. Τρέμουν. Χαμογέλα μου. Όπως σου έμαθα. Χαμογέλα. Η ζωή είναι ωραία. Εσύ μου το είπες. Εσύ μου το είπες πρώτη. Η ζωή…ωραία. Ας είναι φυλακή, βλέπω ουρανό. Να, κάνω έτσι και βλέπω. Πιάσε μου τα χέρια. Είναι ζεστά. Είναι απαλά. Είναι τα χέρια του Θεού. Έτσι πρέπει να είναι και τα δικά του. Σαν τα δικά σου. Να αγγίζουν σαν τα δικά σου, να ζεσταίνουν σαν τα δικά σου. Φίλησέ με. Φίλα με. Φίλα με. Φίλα με. Αγκάλιασε με, σφίξε με. Κι άλλο! Γιατί δεν πίνεις τον καφέ σου; Σου τον ζέστανα, θα κρυώσει. Δεν είναι ωραίος κρύος. Πιες. Να σου πω μια ιστορία; Θέλεις; Θέλεις να κοιμηθείς με μια ιστορία; Θα σου την πω ψυφηριστά. Μην την ακούσουν οι άλλοι… Μια φορά κι ένα καιρό, λέει, υπήρχαν δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Άγνωστοι….κοιμήθηκες; Κοιμήθηκες; Δεν τελείωσε η ιστορία. Δεν τελείωσε. Μην κουραστείς να μ’αγαπάς. Κοιμήσου. Εγώ θα μείνω εδώ για λίγο ακόμη. Θα σε έχω αγκαλιά και θα σου πω την ιστορία κι εσύ θα την βλέπεις στον ύπνο σου. Κοιμήσου. Ξέρεις, μερικές φορές τα όνειρα, γίνονται πραγματικότητα και άλλες μένουν όνειρα. Σσσς μην ακούσει κανείς. Αυτή η ιστορία, έγινε πραγματικότητα. Σσσς…Αλλά αυτή η ιστορία, θα μείνει όνειρο;

buzz it!

 
GreekBloggers.com