Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Ταξίδι Μακριά (απόσπασμα)

ΓΥΝΑΙΚΑ : Κάπου μακριά υπάρχει κάτι που δεν βλέπω. Δεν το έχω δει ποτέ και ξέρω πως θα πεθάνω και δεν θα το έχω δει. Δυο μικρές πεταλούδες μου άγγιξαν μια μέρα τα μάγουλα και με φίλησαν. Δεν τις ξαναείδα ποτέ.

ΑΝΤΡΑΣ : Βλέπω μια στάλα ουρανό από εδώ. Δεν μου μένει χώρος να δω περισσότερο. Δεν έχω το χρόνο. Βλέπω μια στάλα ουρανό. Κάπου υπάρχει αυτή η λευκή δέσμη φωτός αλλά δεν θα τη δω ποτέ. Δεν θα τη δω.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Οι τοίχοι.

ΑΝΤΡΑΣ : Τα παράθυρα.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Το κρεβάτι και ο καναπές….

ΑΝΤΡΑΣ : Και οι κουρτίνες…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Και τα φλιτζάνια με τους καφέδες…

ΑΝΤΡΑΣ : Και τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Και μια κουβέρτα άδεια…

ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα τραγούδι που δεν το ακούει κανείς…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα πουλάκι στο μπαλκόνι…

ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα ποτό σε όμορφο ποτήρι…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα τσιγάρο…

ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα κραγιόν που έλιωσε…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Όλα…

ΑΝΤΡΑΣ : Όλα…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Για μένα…

ΑΝΤΡΑΣ : Για σένα…

(Παύση)

ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά κάποιος άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του. Έμεινε έκθαμβος από τη λάμψη. Έκανε ένα μεγάλο ταξίδι. Μέρες και νύχτες έβλεπε στεριές και θάλασσες να περνάνε μπροστά από τα μάτια του. Άνθρωποι ξένοι και παιδιά χαμογελαστά και κάτι μορφές σαν αγγελούδια τον άγγιζαν. Περνούσαν από δίπλα του και άφηναν μια μικρή πνοή. Σαν βοήθεια ήταν για το ταξίδι. Μακρύ ταξίδι και ο προορισμός δεν είχε βάση μια στεριά. Στο τέλος έφτασε.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Έφτασε…

ΑΝΤΡΑΣ : Έφτασε. Αλλά η αγάπη του δεν ήταν εκεί.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν ήταν.

ΑΝΤΡΑΣ : Η αγάπη έλειπε. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήθελε να περιμένει.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Έλειπε.

ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.

ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε. Μια φορά ήταν κάποιος άνθρωπος που έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Και έλειπε. Σταμάτα!

ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα! Φοβάμαι εδώ!

ΑΝΤΡΑΣ : (Γελάει) Δεν ξέρω. Δεν ήθελα ποτέ να ξέρω. Τι είναι για ώρες πεταμένο και κλαίει και τρομάζει να γαμάει πάντα την κουβέντα. Δεν ξέρω. Μπορείς να βγάλεις το σκασμό!

ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.

ΑΝΤΡΑΣ : Δεν αντέχεις. Το ξέρω ότι δεν αντέχεις. Που είναι η δύναμη που σου έδωσαν τα αστέρια; Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος που ταξίδεψε πολύ για να βρει την αγάπη του. Δεν τη βρήκε. Είχε φύγει.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν σε φοβάμαι. Σε λατρεύω. Μπορείς να μου μιλάς όπως θες. Ξέσκισε, με τη γλώσσα σου τα σπλάχνα μου. Βγάλε τα νύχια σου και γάμησέ μου την ψυχή. Δεν μπορώ να μη σε βλέπω. Δεν μπορώ να μη σε νοιώθω. Δεν σε μπορώ.

ΑΝΤΡΑΣ : Πέτα με. Πες μου να σκάσω και θα το κάνω. είναι τώρα που έρχονται όλα σε αυτό το μεθυσμένο κεφάλι και δεν με αφήνουν να κλείσω μάτι. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Την ίδια ηλίθια στιγμή, από κάπου, δεν ξέρω από πού, έρχεται και μπαίνει μέσα μου και με πονάει και θέλω να βογγήξω από τον πόνο αλλά το κρατάω. Δεν επιτρέπεται. Δεν γίνεται να φωνάξεις εδώ. Δεν πρέπει να βγάλεις κανένα συναίσθημα. Δεν έχεις το δικαίωμα. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Σαν κατάρα που κατατρώει τα σπλάχνα μου. Γάμησέ μου τη ζωή. Θα το αντέξω μόνο και μόνο επειδή θα το κάνεις εσύ. Κάθε μέρα τη ίδια ώρα. Τώρα είναι η ώρα. Οι αναβολές είναι για τους ηλίθιους. Στάσου μπροστά και μίλα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο και οι λέξεις θα κολλάνε, αλλά πρέπει. Τώρα. Πρέπει. Κοίταξε τη μούρη σου στον καθρέφτη. Κοίτα και πες μου τι βλέπεις. Είσαι εσύ; Τώρα. Πάρε τσιγάρο και πες μου. Είσαι εσύ; Σε αναγνωρίζεις; Ξέρεις τι είναι αυτό το δωμάτιο; Μια ζωή. Ολόκληρη. Μια ζωή χαμένη σε τέσσερις τοίχους και ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι είναι να κοιτάζεις τους γείτονες, τις ζωές τους, γιατί δεν έχεις δικούς σου να δεις. Τώρα είναι η ώρα. Ένας καναπές, μια λάμπα και ένα γραφείο είναι η μόνη σου περιουσία κι αυτή λειψή. Τώρα. Το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει. Μπορεί να το έσπασα και να μην το θυμάμαι. Ο δρόμος δεν βγάζει ποτέ ανθρώπους από εδώ. Είναι σαν καταραμένο αυτό το μέρος και έπεσε σε μένα ο κλήρος να το φροντίζω. Και το φρόντισα όλη μου τη ζωή. Μια ζωή…τι ζωή…; Για ποια ζωή μου μιλάς; Η ζωή είναι προνόμιο άλλων, όχι για μας. Εμείς έχουμε το δωμάτιο. Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις. Το δωμάτιο έγινε η ζωή μας κι αυτό γιατί δεν τολμήσαμε να βγούμε απ’αυτό. Από μικρός μεγάλωνα με ένα φόβο. Μην κάνεις λάθος…μην κάνεις λ ά θ ο ς…Και δεν έκανα. Δεν έκανα κανένα λάθος. Δεν έχω να θυμάμαι κανένα λάθος. Ξέρεις τι είναι να μην έχεις να θυμάσαι; Οι κουρτίνες στο δωμάτιο ήταν πάντα κλειστές. Μη μας βλέπουν οι γείτονες. Λες και κάναμε μασωνίες μέσα και δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Μια φορά διανοήθηκα να τραβήξω την κουρτίνα λίγο και μαζεύτηκαν όλοι να δουν. Έχω τρία μολύβια μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν γράφει κανένα. Αρνούνται. Το βράδυ, παίζει μια απαλή μουσική και ένα αμυδρό κόκκινο φωτίζει το ταβάνι του δωματίου. Δεν είμαι ποτέ μόνος το βράδυ. Φτιάχνω ανθρώπους και τους μιλάω, τους ερωτεύομαι και αγαπάω κάτι σκιές που δεν υπάρχουν. Δεν μπορεί να τις δει κανείς, μόνο εγώ. Οι άλλοι λένε πως είμαι ζαβό, αλλά δεν είμαι. Απλά ζω στο δωμάτιο. Εδώ μέσα η Δευτέρα ξημερώνει από την Κυριακή και ξανά Δευτέρα και ξανά Δευτέρα και ξανά…Τώρα είναι η ώρα. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα και αγγίζω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου, για να μην ξεχνάω ότι υπάρχω. Έφηβος, ανά τους αιώνες. Αρνούμαι να μεγαλώσω για να μη θυμηθώ πως. Και πότε. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο χωρίς κανένα λόγο. Αλλά ξέχασα, ζω στο δωμάτιο και εδώ μέσα δεν υπάρχουν λόγοι. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να μου θυμίσει ζωή και να με κάνει να πιω μέχρι αηδίας. Η παραμικρή κίνηση. Κάθομαι και χαζεύω τις γάτες. Κι αν κάποια στιγμή μια απ’αυτές με κοιτάξει χαίρομαι σαν μικρό παιδί και θέλω να την κάνω φίλη μου. Φίλη μου για μια ζωή. Κι αν μου πεθάνει θα κλαίω. Ερωτεύτηκα. Πόνεσα. Μίσησα. Έχουν ποτίσει οι τοίχοι από γέλια, φωνές, κλάματα. Όλα σιωπηλά. Σσσς…Μην ακουστεί το παραμικρό συναίσθημα. Σσσς….Μπορείς να γελάσεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να κλάψεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να φωνάξεις, αλλά από μέσα σου. Κι όταν το από μέσα βγει. Θα γίνει βουνό. Θα γίνει ποτάμι. Θα γίνει καταιγίδα και κεραυνός και θα διαλύσει τους τοίχους, τον καναπέ και τη λάμπα και δεν θα υπάρχει πια δωμάτιο και τότε θα είμαι γυμνός. Τώρα είναι η ώρα. Σαν μια μάζα ανθρώπων, που η κραυγή τους ξεκινάει σιωπηλά σαν λειτουργία το Πάσχα και γίνεται…και γίνεται κύμα και σε παρασύρει. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα που οι τοίχοι άρχισαν να ξεφτίζουν. Τώρα που το δωμάτιο βαριανασαίνει. Τώρα που έχει ήλιο έξω. Κοίταξε λίγο τον καθρέφτη. Τι βλέπεις; Έχει είδωλο; Τώρα είναι η ώρα…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν το ήξερα. Συγνώμη…δεν το ήξερα. Δεν…κοίτα τα μάτια μου…

ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Κοίτα τα μάτια μου…

ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ…

ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν κλαίνε. Είναι τόσο χαρούμενα, που μπορούν να σε σκοτώσουν. Δεν κλαίνε τα μάτια μου. Κοίτα. Μια στιγμούλα κοίτα. Αν ήταν τώρα να πω την αλήθεια δεν θα σταματούσα. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα. Μόνο τώρα μπορώ. Δεν ήξερα. Συγνώμη δεν ήξερα. Δεν ήξερα συγνώμη.

ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.

(Όση ώρα η Γυναίκα λέει το μονόλογο ο άντρας συνεχίζει το «Δεν μπορώ» χαμηλόφωνα)


ΓΥΝΑΙΚΑ : Κοίτα με λίγο. Κοίτα με. Λίγο. Δεν σου ζητάω να με λατρέψεις. Δεν σου ζητάω να με φιλάς στο στόμα. Δεν θέλω το κορμί σου. Δεν σου ζητάω. Μόνο μια στιγμή να με κοιτάξεις στα μάτια. Κοίτα με. Ήμουν γυμνή σε κάποιο κρεβάτι και ένα σώμα δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω μου. Το έσπρωχνα να πέσει στο πάτωμα. Δεν φορούσα τίποτα. Το στήθος μου άγγιζε ένα σώμα παγωμένο και νομίζω νεκρό. Ήμουν τελείως γυμνή. Ξέρεις, λένε πως ο άνθρωπος αγαπάει. Ο άνθρωπος αγαπάει. Κοίτα με. Μένει μια μόνο κραυγή να βγάλω για να σε κάνω να γυρίσεις στο μέρος μου. Πάρε με από εδώ. Δεν αντέχω να είμαι εδώ. Φοβάμαι τη νύχτα που θα έρθει και τα χέρια που θα αγγίξω και θα πρέπει να τα φιλήσω και να τα χώσω βαθιά μέσα μου μήπως και τα αγαπήσω. Φοβάμαι το ποτό που θα πιω και είμαι μόνη. Μόνη, ακούς, τι σου λέω; Μόνη. Πάνω σε μια καρέκλα δεμένη, μόνη, να μην μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου, τα χέρια μου, τα μάτια μου, το μυαλό μου. Μόνη. Δεμένη. Θα ανοίγω μόνο τα πόδια μου και δεν θα βλέπει κανείς ψυχή. Δεν θα μπορεί να δει κανείς μέσα μου. Θα γαμάω την κουβέντα για να μην πω την αλήθεια. Θα γαμιέμαι μόνο με ένα σώμα κρύο και μάλλον πεθαμένο. Δεν θέλω να είμαι μόνη. Δεν σου το έχω πει ποτέ αλλά…Όχι! Ούτε τώρα πρέπει να σου το πω. Δεν πρέπει. Δεν θέλω. Θέλω. Αλλά πως; Πώς να σου πω, την αλήθεια αφού κι αυτή μπορεί να είναι ψεύτικη; Τι να σου πω να πιστέψεις αφού τα μάτια μου δακρύζουν αλλού; Τι να σου κάνω να με πιστέψεις. Κάποτε άκουσα μια αντρική φωνή να λέει το όνομά μου και χάρηκα. Νόμιζα πως από κάπου ήρθες να με πάρεις και να ταξιδέψουμε και να σου πω τα τραγούδια μου και να σου δώσω τα φιλιά μου, αλλά η φωνή δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα μικρό κασετόφωνο που μου μιλούσε τα βράδια. Δεν ήσουν εσύ. Εσύ. Δεν ήσουν. Και πάλι ξάπλωσα στο κρεβάτι και δόθηκα ολόκληρη σαν πηγή σε κάποιον και πέρασε η νύχτα μου και δεν σε ξέχασα, αλλά δεν ήθελα και να σε θυμηθώ δεν θέλω να σε θυμάμαι. Συγνώμη…

buzz it!

4 σχόλια:

Φαίδρα φις είπε...

αυτό το κείμενο-ας πούμε-εκτιμώ πως είναι πιο ολοκληρωμένο από τις ομπρέλες,παρ'ότι απόσπασμα.
ελπίζω νε μη μου έχεις θυμώσει...

σε φιλώ

Guhn είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
M είπε...

!!!!!!

Λακων είπε...

Μασωνίες...
Πολύ μου άρεσε σαν έκφραση.
Σήμερα πάντως ούτε Οδυσσέας υπάρχει πολύ δε περισσότερο Πηνελόπες...

 
GreekBloggers.com