Ποιές οι απόψεις σου περί της κτητικότητας στην ερωτική σχέση ή/και περί της μονογαμίας (οι 2 έννοιες δε σχετίζονται κατ'ανάγκη) ;
Δευτέρα 19 Μαΐου 2008
Ο τραγικός ήρωας και ο ήρωας της πίστης
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Επειδή, επειδή, επειδή.....!!
Βασικά, είμαι εδώ για να βρω γκόμενα.
Βέβαια, είναι σίγουρο ότι δεν θα βρω, γιατί όλα είστε καλά κορίτσια, αλλά ακόμη κι αν βρισκόταν καμιά άτακτη, πραγματικά, δεν θα ήξερα τί να κάνω. Έχω ξεχάσει ο καημένος.
Έπειτα είναι κι αυτό το χρέος. Κι όταν χρωστάς τις επιθυμίες σου (κι όταν το μέλλον σου αγνοείται), είσαι πιο ψύχραιμος απ' τον φίλο τον Διονύση τον Μ. Γιατί δεν σου μένει να κάνεις τίποτα. Όχι ότι δεν ελπίζεις, σαν τον Καζαντζάκη ας πούμε, αλλά διατηρείς μιαν ελπίδα δίχως μπόλικο πόθο. Κι αυτό είναι ο αργός (ή και γρήγορος) θάνατος των επιθυμιών ...
Άσε πια την καραμέλα "δεν έχω χρόνο - δεν έχω χρόνο, μάτια μου". Εγώ, κυρίως ήχο δεν έχω, από τότε που τ' αυτιά μου κατάπιανε τέσσερα ζευγάρια ωτασπίδες. Αλλιώς διατυπωμένο, έχω χρόνο και δεν έχω ύπνο.
Σχετικά με το ερώτημα της δεύτερης συζήτησης (ώστε μ' ένα μικρό σμπάρο να καλύψω όλα τα κενά), τα λόγια είναι παρεξηγήσιμα ούτως ή άλλως. Μόνο τα αισθήματα μπορούν να ξεδιαλύνουν τα πράματα. Δεν είπα περισσότερα και δεν τα είπα στην ώρα τους, γιατί αρνούμαι να αποδεχτώ τον διαχωρισμό των φύλων σε όλα αυτά τα θέματα. (Δεν λέω ότι δεν υπάρχει, αλλά τον αρνούμαι).
Συγγνώμην, με φωνάζουν.
Θα επανέλθω, μη χαίρεστε.
[ενημέρωση 17ης ΜΑΙΟΥ - ενόσω κανείς δεν φάνηκε στον ορίζοντα]
Επανέρχομαι, όπως απείλησα, για να προσθέσω κι αυτά:
Για την 2η συζήτηση.
Λέει ο Ernest Borneman στον Πρόλογο της "ΠΑΡΙΑΡΧΙΑΣ" του:
"... Ο φριχτός πόλεμος των φύλων, που η πατριαρχία τον θεωρεί φυσικό και αναπόφευκτο, θα τελειώσει ή με την καταστροφή της ανθρωπότητας ή με την άρνηση αυτού του πολέμου: με την άρνηση, γενικά, της διάκρισης σε αρσενικό και θηλυκό."
"... κανένα φύλο δεν μπορεί να απελευθερωθεί από την τυραννία του άλλου, χωρίς ταυτόχρονα να απελευθερώσει και εκείνο."
Και για να θυμηθώ τα νιάτα μου: Μόνο μετά την κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων και σε μια κοινωνία αταξική, δεν χωράνε παρεξηγήσεις των λεγομένων. Και ειδικά για την συνεννόηση ανδρών - γυναικών, μόνο με την κατάργηση της πυρηνικής οικογένειας.
Έχω την εντύπωση ότι αυτά, απαλλαγμένα από παρερμηνείες και παραμυθίες, εξακολουθούν να ισχύουν.
Για την 3η συζήτηση:
Η μετατροπή του καθήκοντος σε επιθυμία και αντίστροφα της επιθυμίας σε καθήκον, μετατρέπει το ιερό σε αμάρτημα. Ιερή θεωρώ την επιθυμία αποκλειστικά.
Ούτε καν το καθήκον της επιθυμίας. Είναι ασυμπτωματικά.
ΥΓ.
Προτείνω στους διαχειριστές των ρυθμίσεων της Αρμάδας να βάλουν ετικέτες στις αναρτήσεις, κατά κύκλο συζητήσεων, για την εύκολη συνολική θεώρηση.
Βέβαια, σε ποστ σαν το παρόν, θα χρειάζονται πολλαπλές ετικέτες.
Πέμπτη 15 Μαΐου 2008
Εμβόλιμο ερώτημα
Σπάω για λίγου τους κανόνες και θέτω ένα άλλο ερώτημα. Όταν απαντηθεί, μπορείτε να απαντήσετε και στο ερώτημα του συντρόφου Ανέστη Μ. το ερώτημα μου είναι :
Ποιος ο λόγος να είστε εδώ και να μην γράφει κανένας τίποτα;
Δεν είναι φιλοσοφικό το ερώτημα μου, αλλά είναι κι αυτή μια απορία.
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
Θέλω, θέλω, θέλω.....!!!
Το θέμα θέλει σκέψη. Αλλά πώς να σκεφτείς όταν ο Μπομπ, ο…Ντύλαν ξέρεις, σου τραγουδάει κι όταν έξω δεν κουνιέται φύλλο; Σιγά μην κάτσεις να σκεφτείς. Θέλεις να κάτσεις στο μπαλκόνι, αν έχεις μπαλκόνι και δεν μένεις στην πλατεία Βάθης, και να μην κάνεις τίποτα. Εγώ όμως πρέπει να γράψω κάτι, γιατί δεν σας βλέπω να φιλοτιμιέστε να αρχίσετε εσείς και κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή. Οπότε, αυτή η σύμπτωση χρέους και επιθυμίας…άκυρο μεγάλε, την πατήσαμε! Ναι μεν θέλω, αλλά δεν μπορώ. Κι αν καμιά φορά τύχει να μπορώ, δεν θέλω. Άντε τώρα βγάλε άκρη! Είναι ρε παιδί μου σαν το συζηγηκό σεξ. Ποτέ δεν θες, αλλά….Αυτό το πρέπει…εδώ μου κάθεται! Δεν βλέπεις, αλλά εδώ μου κάθεται! Το άκουγα από μικρός. Τότε, παλιά, για το σχολείο. Πρέπει να πας, για να μάθεις γράμματα, πρέπει να πετύχεις στη ζωή σου, δεν πρέπει να καταντήσεις ρεμάλι, σαν κάτι άλλους. Αυτό το «σαν κάτι άλλους», είναι πάντα γνωστός ο άλλος. Ο ξάδερφος για παράδειγμα. Που τελείωσε με μεγάλη επιτυχία την έκτη δημοτικού και πάει με πουτάνες. Και πρέπει και πρέπει και πρέπει…βρε άντε στο διάλο! Πρέπει να πάω σχολείο, με ρωτάς αν θέλω; Εγώ θέλω να βγω έξω ρε παιδί μου, στον καθαρό αέρα. Σιγά μην πάω να κλειστώ σε τέσσερις τοίχους, με τα μογγολάκια που έχω για συμμαθητές! Σιγά μη σε αφήσει. Τη λέξη πρέπει, είμαι χίλια τις εκατό σίγουρος ότι την επινόησε κάποια μάνα. Δεν γίνεται! Η μάνα ξυπνάει και κοιμάται, με ένα πρέπει στο στόμα! Λες και η μόνη λέξη που επιτρέπεται να πει είναι αυτή. Έτσι και πει άλλη εκτελείτε κατευθείαν. «Που πας παιδί μου…πρέπει να φας, να μεγαλώσεις…που πας…πρέπει να φορέσεις το πουλόβερ σου…κρυώνω, εσύ δεν κρυώνεις…δεν πρέπει να τρέχεις, μην σκοντάψεις και πέσεις…δεν…πρέπει…» Μέχρι που σου έρχεται στο στόμα το «Χέσε μας μαμά! Φόρα εσύ το πουλόβερ! 39 βαθμούς έχει έξω»! Μετά, όταν μεγαλώσεις λίγο, η λέξη πρέπει αλλάζει χείλη. Από το στόμα της μάνας σου μεταφέρεται στο στόμα της γκόμενάς σου και πάει λέγοντας. Μέχρι να πεθάνεις αυτή η κουφάλα η λέξη αλλάζει στόματα αλλά στο δικό σου το έχει σε κακό να κάτσει. Να πεις ρε παιδί μου… «Πρέπει να σας πάρει όλους ο διάολος» και να μην μείνει λόγια, να γίνει πράξη! Πως μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις, όταν και οι άλλοι θέλουν να κάνουν αυτό που θέλουν. Πώς να συνδυάσεις τα θέλω τα δικά σου, με τα θέλω κάποιου άλλου; Εδώ τα θέλω τα δικά σου έχουν τον ασυνδύαστο! Εγώ τώρα θέλω να βγω στο μπαλκόνι. Έχει ωραία βραδιά. Δεν θέλω να δουλέψω. Θέλω να πάω να πιω ένα ποτό. Τι θα κάνω; πως θα το συνδυάσω. My secret combination….Θέλει τελικά συνδυασμό. Δεν θέλω να κάνω αυτό, αλλά θέλω να κάνω το άλλο. Και αφού δεν μπορώ να κάνω το άλλο, ας κάνω τουλάχιστον αυτό για να λέω ότι κάνω κάτι. Σιγά κι αν δεν κάνεις, τι έγινε; Πέθανε ένας ενάρετος και πήγε κατευθείαν μπροστά στο Θεό. Του λέει «Θεούλη μου τώρα που ήρθα ένας κύριος με μούσι μου είπε να κάνω αυτό…αλλά εγώ θέλω να κάνω το άλλο…» και βροντερή φωνή έσκισε τους ουρανούς. «Θέλε μαλάκα, θέλε»! Εεεεεε αϊ στο διάλο, βγαίνω στο μπαλκόνι!!!!
Δευτέρα 12 Μαΐου 2008
Κυριακή 11 Μαΐου 2008
Αυτοθέλητα Κουασιμόδος
Η ασθένεια πια με είχε καταβάλλει.
Σχηματισμένη η καμπούρα, με ζόρι να σέρνω το καχεκτικό κορμί.
Και όλο και έσκυβα για να συλλέξω σκουπίδια,
που βρίσκονταν ψηλότερα μου.
Και ένιωθα την ηδονή τους πάνω απο το κεφάλι μου.
Ανάσες ευχαρίστησης που πρόδιδαν τον οργασμό τους.
Σήκωνα πολλές φορές το ανάστημα μα έβλεπα σκοτάδι.
Περήφανος εσυ κατέληξες καμπούρης...
Μα προσποιόμουν..
Γιατί είχαν τα αυτιά στα πόδια.
Παρασκευή 9 Μαΐου 2008
-Διονύσης Μ.: Πως ένας άντρας και μια γυναίκα, μπορούν να συνεννοηθούν, χωρίς να παρεξηγηθούν τα λόγια του ενός ή του άλλου;
Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά το θέμα των ετεροφυλοφιλικών σχέσεων (με τη βοήθεια μιας έρευνας της Μ. Ηρακλείδου) :
Σύμφωνα με τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό -ο οποίος πρεσβεύει την ιδέα ότι οι όροι με τους οποίους ο κόσμος γίνεται κατανοητός είναι κοινωνικά κατασκευάσματα, προϊόντα ιστορικά τοποθετημένων συνδιαλλαγών μεταξύ των ανθρώπων- έχει φανεί ερευνητικά, ότι η πλειοψηφία αναφέρεται στα φύλα με στερεοτυπικούς όρους. Το σύνολο των χαρακτηριστικών, που αποδίδεται στους άνδρες,εκφράζεται με τον όρο λειτουργικότητα και στις γυναίκες με τον όρο εκφραστικότητα. Ο πρώτος όρος σχετίζεται κυρίως με την αντικειμενικότητα, τη δράση και μια κατεύθυνση, που εκτείνεται πέρα από το προσωπικό και υπερβαίνει την άμεση αλληλεπίδραση και ο δεύτερος κυρίως με τη συναισθηματική δεκτικότητα, την υποκειμενικότητα, την έμφαση στο προσωπικό και το ενδιαφέρον για τις ανάγκες των άλλων. Υιοθετώντας, όμως, μια κονστρουκτιβιστική προοπτική, τα 2 φύλα είναι διαφορετικά λόγω στερεοτυπικών αναπαραστάσεων της διαφοράς. Κατά την Unger είναι τόσο διαφορετικά όσο τα ίδια πιστεύουν και κατά την Bem οι διαφυλικές διαφορές είναι συνέπεια διαφορετικών πεποιθήσεων, για τους λόγους αυτών των διαφορών. Παράλληλα,έχει ειπωθεί από πολλούς ειδικούς, ότι η γυναίκα κατασκευάζεται ως άλλος σε σχέση με τον άντρα. Μια κατασκευή, που ευνοεί η δυτική κουλτούρα, θεμέλιο της οποίας ειναι η διπολική αντίθεση μεταξύ ανδρισμού και θηλυκότητας και η διαφορετική κοινωνική δύναμη, που κάθε πόλος συνεπάγεται. Σύμφωνα με τη Bem, είναι έντονος ο ρόλος της κοινωνίας, καθώς η διχοτόμηση του φύλου έχει σχέση με κάθε πλευρά της ζωής, ενώ η Ηall -παραφράζοντας τον Saussure- λέει ότι γνωρίζουμε τι σημαίνει «άνδρας», επειδή μπορούμε να τον αντιπαραθέσουμε στο αντιθετό του: τη γυναίκα. Απ’την άλλη -κατά τον Βrittan- μια καπιταλιστική κοινωνία δεν έχει ουσιαστικό λόγο να απαιτεί οριοθετήσεις μεταξύ των 2 φύλων. Κλείνοντας, μπορούμε να πούμε ότι στο σύγχρονο ιστορικό σκηνικό δημιουργείται η ανάγκη για ένα νέο «καθεστώς» αναπαράστασης των 2 φύλων, καθώς παρατηρείται μια σύγκλιση των ρόλων και κατ’επέκταση των προσωπικοτήτων των 2 φύλων.
Το πρόβλημα εν τέλει έγκειται στα εξής βασικά σημεία:
1) Στην ασυνέχεια και την αντιφατικότητα της κατηγορίας του φύλου (Unger) και στη σύνδεση της δύναμης και της επιθυμίας για τον «Άλλο» (Hollway). Η σχέση μεταξύ των 2 πόλων κάθε συνεχούς θυμίζει την άποψη του Derrida ότι μεταξύ διπολικών αντιθέσεων, όπως Εμείς/Αυτοί, ένας απ’τους 2 όρους κυβερνά τον άλλο.
2) Στο φόβο αλλοτρίωσης μέσα απ’την εμπλοκή με το άλλο φύλο, που εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονος στους άνδρες. Η μεταμόρφωση της ανδρικής ταυτότητας φαίνεται κι απ’το παράδειγμα της ρομαντικής λογοτεχνίας (Giddens) , όπου το αμοιβαίο συναίσθημα δαμάζει τον άκαμπτο ανδρισμό του ήρωα και γίνεται ο κύριος οδηγός της κοινής τους ζωής.
3) Στο γεγονός ότι το κορίτσι «κατασκευάζεται», ως ασταθές και εξαρτημένο, λόγω του ελέγχου της σεξουαλικότητας απ’τα αγόρια (Hollway) . Τα αγόρια ελέγχουν τη φήμη των κοριτσιών και τα κορίτσια τοποθετούνται σε μια θέση άμυνας απέναντι στη σεξουαλική επιθετικότητα των αγοριών.
4) Παρουσιάζεται, επίσης, μια πιο προβληματική εικόνα του αγοριού, λόγω της διάκρισης ανάμεσα στον παραδοσιακό και το σύγχρονο ανδρικό ρόλο και τις πολλές αντιφάσεις ανάμεσα στον ορισμό του ανδρικού ρόλου και της τυπικής ανδρικής προσωπικότητας (Pleck) .
5) Eπιπρόσθετα, η αντιφατική συνύπαρξη ενός παραδοσιακού «λόγου» διαφοράς και ενός σύγχρονου «λόγου» ισότητας δημιουργεί και στα 2 φύλα ένα είδος «διπλού δεσμού», που οδηγεί σε σύγχυση, περισσότερο το ανδρικό -στα πλαίσια των ετεροφυλοφιλικών σχέσεων. Το «βασικό παράδοξο» στην ετεροφυλοφιλική συμπεριφορά προκύπτει από μια εσωτερική σύγκρουση μεταξύ παλιότερων πολιτισμικών επιδράσεων και της επίδρασης των ιδεωδών της ισότητας στη σύγχρονη δυτική κουλτούρα.
6) Όσον αφορά το θέμα της ισότητας, το πρόβλημα έγκειται στην «κατασκευή» του μη οικείου φύλου ως «Άλλου». Υπάρχουν αναπόφευκτα ανισότητες δύναμης και περίπλοκα «παιχνίδια» δύναμης.
7) Κλείνοντας, την έννοια του «Άλλου» και την υπερβολική ευρύτητα με την οποία η κοινωνία συνδέει το σχήμα του φύλου με κάθε πλευρά της ζωής σχολιάζει η Beauvoir, σημειώνοντας ότι "το μοναδικό όπλο της γυναίκας ειναι το φύλο της, μα αυτό το όπλο δε σημαίνει μονάχα τον αδιάκοπο πόλεμο, μα αποτελεί και όπλο κακού πολέμου δυσπιστίας -καθώς η γυναίκα γίνεται αντικείμενο λατρείας και αντικείμενο μίσους". Τέλος, η Bem ισχυρίζεται πως "η φεμινιστική επιταγή δεν είναι να γίνει το άτομο ανδρόγυνο αλλά η κοινωνία ασχηματική (ως προς το φύλο)".
Δευτέρα 5 Μαΐου 2008
Ερώτημα 2
Μετά το μεγάλο ενδιαφέρον που δείξατε για αυτή τη συζήτηση (που ότι πείτε θα χρισημοποιηθεί εναντίον σας) θα συνεχίσω με ένα ερώτημα, εγώ αυτή τη φορά, που νομίζω είναι καθοριστικό για τη συνέχιση ύπαρξης ζωής πάνω σε αυτό τον πλανήτη. Ήθελα το ερώτημα μου αυτό να είναι γαργαλιστικό, για να μαζέψει κόσμο, αλλά θα κάνω ένα άλλο που μου ήρθε αυτή τη στιγμή. Το ερώτημα αυτό βασανίζει την ανθρωπότητα από την εποχή του Αδάμ και της Εύας (παλιά μιλάμε τώρα) και είναι το εξής :
Κάνω σεξ, άρα υπάρχουμε!
Γιατί ο οργασμός είναι το επιστέγασμα της σεξουαλικής πράξης, της μόνη πράξης που το εγώ γίνεται εμείς. Ο μονόπλευρος οργασμός είναι λειψός. Και ο ολοκληρωμένος οργασμός δε θα έρθει όσο οι προτεραιότητες μας είναι να δείξουμε την υπεροχή μας στη γυναίκα, να ικανοποιήσουμε μόνο και μόνο τις ορμές μας ή να την κάνουμε να νιώσει πιόνι μας. Όταν ο Ράιχ μιλούσε για φωταύγεια διευκρίνιζε με κάθε τρόπο τη σημασία της αμοιβαιότητας και το γεγονός ότι βλέπουμε εγωιστικά το σεξ είναι η ταφόπλακα των θεωριών του.
Το γεγονός πέρα των θεωριών είναι πως στο θέμα σεξ η ποσότητα προηγείται της ποιότητας. Δηλαδή, δε θα φτάσουμε ποτέ να αντιλαμβανόμαστε πότε η γυναίκα έχει οργασμό στοχαστικά αλλά καθαρά εμπειρικά. "Κάντε έρωτα και ξαναρχίστε" γράφανε στους τοίχους το Μάη του ΄68, ήτοι δε χρειάζεται τόσο διαλογισμός όσο επανάληψη! Δεν υπάρχει εξωτερικός αντικειμενικός παρατηρητής στο συγκεκριμένο θέμα. Είναι υποκειμενική εμπειρία και αν το υποκείμενο δεν αφυπνιστεί ο οργασμός της γυναίκας θα παραμένει φιλοσοφική λίθος.
Και επειδή Μάη του 2008 έχουμε κι έχω μία έφεση να ανασύρω τα ντοκουμέντα του '68, ας θυμηθούμε ένα ακόμα σύνθημα: "όσο περισσότερο κάνω έρωτα τόσο περισσότερο θέλω να κάνω επανάσταση, όσο περισσότερο κάνω επανάσταση τόσο περισσότερο θέλω να κάνω έρωτα".
"Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε"
Σάββατο 3 Μαΐου 2008
Γυναικείος οργασμός....κάντο μόνη σου!!!!
Οργασμός είναι όταν η γυναίκα είναι ξαπλωμένη, αυτό τώρα κατά προτίμηση, και κάνει αχ αχ αχ αχ, πολλές φορές και με ένα τρόπο σαν να την πλησιάζει ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι και ο άντρας από πάνω της κι αυτό κατά προτίμηση, νοιώθει τόσο περήφανος και παίρνει το ύφος του, μόλις πήραμε την Πόλη και εξελληνίσαμε και όλους τους Τούρκους! Η κορύφωση αυτού του πράγματος γίνεται όταν ένας άντρας και μια γυναίκα φτάσουν ταυτόχρονα σε οργασμό. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο στην περίπτωση που συνουσιάζονται σε διαφορετικά κρεβάτια με διαφορετικούς παρτενέρ. Για να προκληθεί οργασμός, πρέπει να γίνει πρώτα συνουσία. Ο αυνανισμός που είναι για τη γυναίκα ο σίγουρος τρόπος για οργασμό, δεν νοείται συνουσία!!! ΠΡΟΣΟΧΗ! Καλή η μαλακία, αλλά με το γαμήσι γνωρίζεις και κανέναν άνθρωπο! Δεν γράφω άλλα. Βαρίεμαι αυτή τη στιγμή να αναλύσω πως ένας άντρας μπορεί να προκαλέσει οργασμό σε μια γκόμενα (το γκόμενα μην το πάρετε τις μετροιτής, απλά είμαι αμόρφωτος και άξεστος) και δεν υπάρχει και λόγος. Αν δεν το κάνεις είναι χαζομάρα να το διαβάζεις. Επίσης είναι χαζομάρα να αναφέρεται κανείς σε αυτό (στο χύσιμο, για τους αμόρφωτους), σαν να είναι το πιο σημαντικό θέμα που προέκυψε ποτέ πάνω σε αυτό το στρογγυλό πράγμα που μένουμε. Καλό βράδυ (βράδυ είναι τώρα, προσαρμόστε την ευχή ανάλογα με την ώρα που διαβάζετε αυτό το ποστ) σύντροφοι οργασμοποιητές!!!!
Υ.Γ. Δεν βάζω φωτό μη σας ερεθίσω νυχτιάτικα!!!!
Τετάρτη 30 Απριλίου 2008
Συζήτηση πρώτη: Ο cropper παίρνει το λόγο
να έχω και τις δικαιολογίες του πρωτάρη.

Κατά πόσο αντιλαμβάνεται ο άντρας τον οργασμό της γυναίκας;
Μηνάς: Κοίτα, άμα της πειράξεις το σημείο G, θα φτάσει σε οργασμό σίγουρα. Θα το καταλάβεις. Οι ρόγες της θα έχουν σγουρύνει και θα είναι σκληρές, θα κάνει σπασμούς, δεν θα μπορεί να ελέγξει τα βογκητά της, από ένα σωρό πράματα μπορείς να το καταλάβεις. Και το κυριότερο, οι κόρες της θα έχουν διασταλεί.
Νίκος: Τι πράμα;
Μηνάς: Οι κόρες, ρε, στα μάτια της. Άμα διασταλούν, έχει κάνει οργασμό. Στάνταρ.
Νίκος: Ε, εγώ κι η Σούλα κάνουμε έρωτα στα σκοτεινά, ξέρεις.
Μηνάς: Α, θα πρέπει ν’ ανάψεις το φως, τότε.
Νίκος: Μας αρέσει στα σκοτεινά. Δηλαδή όχι εντελώς, να αφήνουμε ένα μικρό φωτάκι για ατμόσφαιρα.
Μηνάς: Ρε μαλάκα, άμα η γκόμενα φτάνει σε οργασμό κάθε φορά που το κάνετε, δεν θα σου φύγει ποτέ. Μεγάλο πράμα ο οργασμός. Άκου το Μηνά. Ξέρει από γυναίκες.
…
Νίκος: Ρε Μηνά, τι είναι το σημείο G;
………
……
…
Άγχος κι αυτός ο οργασμός της γυναίκας! Φοβερό πρόβλημα. Για τον άντρα, δηλαδή. Τουλάχιστον γι’ αυτόν ξέρω. Για την άποψη των γυναικών, περιμένω ν’ ακούσω από τις ίδιες. (Όχι τα βογκητά, την άποψη.)
Υπάρχουν κάτι τομάρια που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν αν η γυναίκα που πλάγιασε μαζί τους έφτασε σε οργασμό. Τσάκα-τσούκα, εκσπερμάτωση-τέλος. Κι ούτε τσιγαράκι δια μετά. Διότι, τι είναι η γυναίκα; Ένα εργαλείο είναι. Μια υποδοχή για το αντρικό μαραφέτι. Άμα θέλει έρωτες και παιχνίδια ας πάρει δονητή. Άκου εκεί οργασμό! Εδώ να γαμήσουμε ήρθαμε, όχι να παίξουμε τις κυρίες κουμπάρες.
Είναι, όμως, μερικοί που ενδιαφέρονται. Ρωτάνε πάντα «τέλειωσες αγάπη μου;» Μη κάνει το λάθος η γυναίκα να απαντήσει «ναι, ωραία ήταν». Τότε ο ενδιαφερόμενος για τον οργασμό της καλής του, έχοντας αποδείξει την αξία του ως εραστή και ως άνδρα, τότε ή λίγο μετά, θα ζητήσει να του σιδερώσει εκείνο το πουκάμισο το θαλασσί…
Διότι ο άντρας, αγαπητοί μου συνομιλητές, είτε μάγκας και αλάνι είτε φλώρος και τσογλάνι, το ίδιο τομάρι είναι.
Κι επειδή ίσως νομίσατε ότι βγαίνω εκτός θέματος, τελειώνω με την τρομερή διαπίστωση ότι για να καταλάβει ο άντρας αν η γυναίκα έχει οργασμό, πρέπει να είναι εκεί. Παρών. Στη χαρά της, στη λύπη της, στα όνειρά της, στους φόβους της, στους οργασμούς της. Μόνο που αυτού του είδους τα τομάρια είναι τα πιο σπάνια.
Τα υπόλοιπα είναι … επιστήμη!
Δευτέρα 28 Απριλίου 2008
Συζήτηση πρώτη
Κατά πόσο αντιλαμβάνεται ο άντρας τον οργασμό της γυναίκας;
υγ: ξεκινάω με το ίδιο ερώτημα που έθεσε ο Μπρετόν στην πρώτη συζήτηση μεταξύ των σουρεαλιστών στις 27 Ιανουαρίου 1928.
Σάββατο 19 Απριλίου 2008
Άντε, αύριο πάλι....
Πόσα θες να μην ξανανοίξεις το στόμα σου; Δεν θέλω να σε ακούω να γελάς ξεφτυλισμένα. Δεν θέλω να σε βλέπω. Τα μάτια σου είναι άδεια. Ρε καριόλα ζωή θα σε φέρουμε τούμπα. Τι να κάνεις όμως με ένα καρφωμένο μαχαίρι στην πλάτη; Κάθε μέρα βουλιάζω όλο και πιο βαθιά και κανείς δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Τι να κάνω; Θα το πιω. Και χθες το ήπια. Και προχθές. Βρωμάνε τα ποδάρια μου και τα μάτια μου κλείνουν από το πολύ ποτό. Σε είδε χθες. Κάπνιζες σα φουγάρο και είχες το ύφος της τσαλαπατημένης γκόμενας. Έκανα πως δεν σου έδωσα σημασία και κοίταζα αλλού. Σιγά μην κοίταζα. Καρφί σε σένα. Α, ρε καριόληδες, σας την έφερα πάλι. Κάτι έχει σφηνώσει στο λαιμό μου. σαν λυγμός που βαρέθηκε να βγει, δεν ξέρω. Δεν δίνω και σημασία. Θα ξανα’ρθω στο ίδιο μέρος και αύριο. Ελπίζω να σε δω με κανέναν άλλον γκόμενο να χαρώ κι εγώ λιγάκι. Τα έσπασα και τα πληρώνω ένα ένα. Δικός μου λογαριασμός. Γάμησε μου τη ζωή αλλά πες το μου. Μην το μάθω τελευταίος. Μη με κοιτάς στα δόντια μωρό μου. Σαπισμένα είναι.
Πέμπτη 17 Απριλίου 2008
Η Ζαβολιά...
...Πα να κάνεις άλλη μια ζαβολιά.
Δε σε πιστεύω γιατί σε ξέρω
Την μπαμπεσιά σου δεν υποφέρω
Δεν θα σ' αφήσω να με μολύνεις
Αντίς να παίρνεις μάθε να δίνεις.
Μη μου τη βγαίνεις με προσωπείο
Ισοπεδώνεις και το τοπίο
Δεν θα σ' αφήσω να με μολύνεις
Αντίς να παίρνεις μάθε να δίνεις.
Τι μου κάθεσαι και κλαις, κλαις, κλαις, κλαις, κλαις
Κουβαλώντας τις παλιές αναστολές
Καταστρέφεις τις στιγμές, γιες, γιες, γιες, γιες
Γιατί δεν μπορώ εγώ, λες, λες, λες, λες
Να δω στολές.
Άσε με μόνο στην ερημιά μου
Δεν θα πετάξεις με τα φτερά μου
Δεν θα σ' αφήσω να με μολύνεις
Αντίς να παίρνεις μάθε να δίνεις.
Θα προχωρήσω χωρίς εσένα
Δεν κάνω πίσω εγώ για σένα
Σου φτάνει μόνο να με προφτάσεις
Τα όριά σου θα ξεπεράσεις.
Νικόλας Άσιμος
Τετάρτη 16 Απριλίου 2008
Άχρηστες ερωτησούλες...
Ευχαριστώ τον Ανέστη Μ. που με κάλεσε να απαντήσω σε αυτές τις άχρηστες ερωτήσεις. Αν έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα ας μου το πει κάποιος γιατί είμαι αμόρφωτος και δεν το έχω πιάσει.
Γιατί κλαις;
Γιατί δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.
Γιατί δεν κλαις;
Γιατί έχω κι άλλες δουλειές
-Που είναι ο βάλτος;
Δίπλα στο περίπτερο της κυρίας Φωφώς, απέναντι από το ΙΚΑ.
-Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Είναι στη φυλακή. Πήγε να με μαζέψει αλλά του την έφερα! Έκανα ζαβολιά! Δεν έμαθα όνομα. Αν και ήθελα ήταν ωραίο παιδί.
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Εκεί που είναι ο βάλτος. Δίπλα στο περίπτερο της κυρίας Φωφώς, απέναντι από το ΙΚΑ.
- Περιφρονείς κάτι;
Τις μύγες.
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Κάθε μέρα το κάνω.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Γιατί δίνουν γλαδιόλες στις κηδείες;
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Όποιος δεν βαριέται ας τα βγάλει. Εγώ σνομπάρω.
- Do you remember revolution?
How are you?
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Γιατί εσύ που κάνεις τον έξυπνο θα το ανέβαινες; Τι άνθρωπος…;
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Θα τον σκότωνα μόνο αν είχε ένα γαλάζιο στο βλέμμα που εκτινάσσεται στο άπειρο (Τι είπα πάλι ο καλλιτέχνης)….
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Φυσικά, μαλάκας είμαι.
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ’ το νόμο;
Θα κυλούσε! Πέτρα που κυλά δεν χορταριάζει. Μάθε παιδί μου γράμματα και της πουτάνας το κοπέλι, πουτανάκι είναι και θέλει. Ξέρω κι άλλες παροιμίες.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Ζήτω η χούντα! Πρώτη φορά θα είναι; Δε γαμιέται;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Μια LACTA παρακαλώ και σκοτώνω και τη μάνα μου.
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ’ αστέρια;
Αν δεν σιχαίνεσαι και πολύ περισσότερο αν δεν είχα φάει μαρούλι. Κολλάει στα δόντια.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Για μαλάκα με πέρασες; Θα έβλεπα Λαζόπουλο. Τον παίρνω από τον Ελεύθερο Τύπο.
Κυριακή 13 Απριλίου 2008
Μαριάννα Σ. ή τα ποτήρια στο πάτωμα...
Το ποτήρι κολλάει στα χείλη. Το βλέμμα γίνεται δυνατό και μπορεί να σκοτώσει τους παρείσακτους. Φεύγει μια βρισιά μέσα από το στόμα μου. Ούτε που κατάλαβα πως. Κάτι ακούγεται. Σπασμένα γυαλιά. Ποτήρια είναι. Ανάβω τσιγάρο και κοιτάζω τα μάτια σου. Σήμερα μπορείς. Σήμερα δεν θα σου πω τίποτα. Κάτι ακούγεται. Σαν μουσική μου φαίνεται. Δεν ξέρω. Ποτέ δεν ήξερα. Εσύ το είπες. Δεν είναι μακρύς ο δρόμος και θα τον κάνω. Δε γαμιέται…Τι έχω να χάσω. Εκτός από μερικά βράδια αγρύπνιας τίποτα σημαντικό. Η καρέκλα στο πάτωμα. Το μπουφάν μου κι αυτό βρωμίζεται. Πολύ βρώμα εδώ μέσα ρε παιδάκι μου. Πάμε έξω; Δεν γουστάρω τον κόσμο. Θα σου το πω να το ξέρεις κι εσύ να δω πως θα με παίξεις. Αν είχα μαχαίρι να είσαι σίγουρη θα το είχα πετάξει έξω και θα είχα θερίσει δυο τρεις κώλους. Αλλά ατυχία, το ξέχασα. Έλα να καπνίσουμε. Δεν πιστεύω να φοβάσαι. Πάμε βόλτα στην Αλεξάνδρας; Να την κάνουμε δυο φορές, πάνω κάτω. Κάτι θα δούμε και θα μας αρέσει. Που θα πάει. Μια ζωή ρε παιδάκι μου. Μια ζωή ξεφτίλα και βρωμισμένα ουίσκια. Άσε σε μένα το μυαλό σου. Τα προσέχω κάτι τέτοια. Πάμε πάνω; Έχω ένα μικρό δωμάτιο. Αχούρι το λένε οι φίλοι μου και αρνούνται να πλησιάσουν. Πάμε; Οι δυο μας. Πάμε. Και τι θα καταλάβεις να σου πω για αγάπες; Πάμε; Δεν θα μιλάω. Πάμε.
Τρίτη 25 Μαρτίου 2008
Ταξίδι Μακριά (απόσπασμα)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Κάπου μακριά υπάρχει κάτι που δεν βλέπω. Δεν το έχω δει ποτέ και ξέρω πως θα πεθάνω και δεν θα το έχω δει. Δυο μικρές πεταλούδες μου άγγιξαν μια μέρα τα μάγουλα και με φίλησαν. Δεν τις ξαναείδα ποτέ.
ΑΝΤΡΑΣ : Βλέπω μια στάλα ουρανό από εδώ. Δεν μου μένει χώρος να δω περισσότερο. Δεν έχω το χρόνο. Βλέπω μια στάλα ουρανό. Κάπου υπάρχει αυτή η λευκή δέσμη φωτός αλλά δεν θα τη δω ποτέ. Δεν θα τη δω.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Οι τοίχοι.
ΑΝΤΡΑΣ : Τα παράθυρα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Το κρεβάτι και ο καναπές….
ΑΝΤΡΑΣ : Και οι κουρτίνες…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και τα φλιτζάνια με τους καφέδες…
ΑΝΤΡΑΣ : Και τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και μια κουβέρτα άδεια…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα τραγούδι που δεν το ακούει κανείς…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα πουλάκι στο μπαλκόνι…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα ποτό σε όμορφο ποτήρι…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα τσιγάρο…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα κραγιόν που έλιωσε…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Όλα…
ΑΝΤΡΑΣ : Όλα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Για μένα…
ΑΝΤΡΑΣ : Για σένα…
(Παύση)
ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά κάποιος άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του. Έμεινε έκθαμβος από τη λάμψη. Έκανε ένα μεγάλο ταξίδι. Μέρες και νύχτες έβλεπε στεριές και θάλασσες να περνάνε μπροστά από τα μάτια του. Άνθρωποι ξένοι και παιδιά χαμογελαστά και κάτι μορφές σαν αγγελούδια τον άγγιζαν. Περνούσαν από δίπλα του και άφηναν μια μικρή πνοή. Σαν βοήθεια ήταν για το ταξίδι. Μακρύ ταξίδι και ο προορισμός δεν είχε βάση μια στεριά. Στο τέλος έφτασε.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έφτασε…
ΑΝΤΡΑΣ : Έφτασε. Αλλά η αγάπη του δεν ήταν εκεί.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν ήταν.
ΑΝΤΡΑΣ : Η αγάπη έλειπε. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήθελε να περιμένει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έλειπε.
ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.
ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε. Μια φορά ήταν κάποιος άνθρωπος που έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και έλειπε. Σταμάτα!
ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα! Φοβάμαι εδώ!
ΑΝΤΡΑΣ : (Γελάει) Δεν ξέρω. Δεν ήθελα ποτέ να ξέρω. Τι είναι για ώρες πεταμένο και κλαίει και τρομάζει να γαμάει πάντα την κουβέντα. Δεν ξέρω. Μπορείς να βγάλεις το σκασμό!
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν αντέχεις. Το ξέρω ότι δεν αντέχεις. Που είναι η δύναμη που σου έδωσαν τα αστέρια; Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος που ταξίδεψε πολύ για να βρει την αγάπη του. Δεν τη βρήκε. Είχε φύγει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν σε φοβάμαι. Σε λατρεύω. Μπορείς να μου μιλάς όπως θες. Ξέσκισε, με τη γλώσσα σου τα σπλάχνα μου. Βγάλε τα νύχια σου και γάμησέ μου την ψυχή. Δεν μπορώ να μη σε βλέπω. Δεν μπορώ να μη σε νοιώθω. Δεν σε μπορώ.
ΑΝΤΡΑΣ : Πέτα με. Πες μου να σκάσω και θα το κάνω. είναι τώρα που έρχονται όλα σε αυτό το μεθυσμένο κεφάλι και δεν με αφήνουν να κλείσω μάτι. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Την ίδια ηλίθια στιγμή, από κάπου, δεν ξέρω από πού, έρχεται και μπαίνει μέσα μου και με πονάει και θέλω να βογγήξω από τον πόνο αλλά το κρατάω. Δεν επιτρέπεται. Δεν γίνεται να φωνάξεις εδώ. Δεν πρέπει να βγάλεις κανένα συναίσθημα. Δεν έχεις το δικαίωμα. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Σαν κατάρα που κατατρώει τα σπλάχνα μου. Γάμησέ μου τη ζωή. Θα το αντέξω μόνο και μόνο επειδή θα το κάνεις εσύ. Κάθε μέρα τη ίδια ώρα. Τώρα είναι η ώρα. Οι αναβολές είναι για τους ηλίθιους. Στάσου μπροστά και μίλα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο και οι λέξεις θα κολλάνε, αλλά πρέπει. Τώρα. Πρέπει. Κοίταξε τη μούρη σου στον καθρέφτη. Κοίτα και πες μου τι βλέπεις. Είσαι εσύ; Τώρα. Πάρε τσιγάρο και πες μου. Είσαι εσύ; Σε αναγνωρίζεις; Ξέρεις τι είναι αυτό το δωμάτιο; Μια ζωή. Ολόκληρη. Μια ζωή χαμένη σε τέσσερις τοίχους και ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι είναι να κοιτάζεις τους γείτονες, τις ζωές τους, γιατί δεν έχεις δικούς σου να δεις. Τώρα είναι η ώρα. Ένας καναπές, μια λάμπα και ένα γραφείο είναι η μόνη σου περιουσία κι αυτή λειψή. Τώρα. Το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει. Μπορεί να το έσπασα και να μην το θυμάμαι. Ο δρόμος δεν βγάζει ποτέ ανθρώπους από εδώ. Είναι σαν καταραμένο αυτό το μέρος και έπεσε σε μένα ο κλήρος να το φροντίζω. Και το φρόντισα όλη μου τη ζωή. Μια ζωή…τι ζωή…; Για ποια ζωή μου μιλάς; Η ζωή είναι προνόμιο άλλων, όχι για μας. Εμείς έχουμε το δωμάτιο. Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις. Το δωμάτιο έγινε η ζωή μας κι αυτό γιατί δεν τολμήσαμε να βγούμε απ’αυτό. Από μικρός μεγάλωνα με ένα φόβο. Μην κάνεις λάθος…μην κάνεις λ ά θ ο ς…Και δεν έκανα. Δεν έκανα κανένα λάθος. Δεν έχω να θυμάμαι κανένα λάθος. Ξέρεις τι είναι να μην έχεις να θυμάσαι; Οι κουρτίνες στο δωμάτιο ήταν πάντα κλειστές. Μη μας βλέπουν οι γείτονες. Λες και κάναμε μασωνίες μέσα και δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Μια φορά διανοήθηκα να τραβήξω την κουρτίνα λίγο και μαζεύτηκαν όλοι να δουν. Έχω τρία μολύβια μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν γράφει κανένα. Αρνούνται. Το βράδυ, παίζει μια απαλή μουσική και ένα αμυδρό κόκκινο φωτίζει το ταβάνι του δωματίου. Δεν είμαι ποτέ μόνος το βράδυ. Φτιάχνω ανθρώπους και τους μιλάω, τους ερωτεύομαι και αγαπάω κάτι σκιές που δεν υπάρχουν. Δεν μπορεί να τις δει κανείς, μόνο εγώ. Οι άλλοι λένε πως είμαι ζαβό, αλλά δεν είμαι. Απλά ζω στο δωμάτιο. Εδώ μέσα η Δευτέρα ξημερώνει από την Κυριακή και ξανά Δευτέρα και ξανά Δευτέρα και ξανά…Τώρα είναι η ώρα. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα και αγγίζω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου, για να μην ξεχνάω ότι υπάρχω. Έφηβος, ανά τους αιώνες. Αρνούμαι να μεγαλώσω για να μη θυμηθώ πως. Και πότε. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο χωρίς κανένα λόγο. Αλλά ξέχασα, ζω στο δωμάτιο και εδώ μέσα δεν υπάρχουν λόγοι. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να μου θυμίσει ζωή και να με κάνει να πιω μέχρι αηδίας. Η παραμικρή κίνηση. Κάθομαι και χαζεύω τις γάτες. Κι αν κάποια στιγμή μια απ’αυτές με κοιτάξει χαίρομαι σαν μικρό παιδί και θέλω να την κάνω φίλη μου. Φίλη μου για μια ζωή. Κι αν μου πεθάνει θα κλαίω. Ερωτεύτηκα. Πόνεσα. Μίσησα. Έχουν ποτίσει οι τοίχοι από γέλια, φωνές, κλάματα. Όλα σιωπηλά. Σσσς…Μην ακουστεί το παραμικρό συναίσθημα. Σσσς….Μπορείς να γελάσεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να κλάψεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να φωνάξεις, αλλά από μέσα σου. Κι όταν το από μέσα βγει. Θα γίνει βουνό. Θα γίνει ποτάμι. Θα γίνει καταιγίδα και κεραυνός και θα διαλύσει τους τοίχους, τον καναπέ και τη λάμπα και δεν θα υπάρχει πια δωμάτιο και τότε θα είμαι γυμνός. Τώρα είναι η ώρα. Σαν μια μάζα ανθρώπων, που η κραυγή τους ξεκινάει σιωπηλά σαν λειτουργία το Πάσχα και γίνεται…και γίνεται κύμα και σε παρασύρει. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα που οι τοίχοι άρχισαν να ξεφτίζουν. Τώρα που το δωμάτιο βαριανασαίνει. Τώρα που έχει ήλιο έξω. Κοίταξε λίγο τον καθρέφτη. Τι βλέπεις; Έχει είδωλο; Τώρα είναι η ώρα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν το ήξερα. Συγνώμη…δεν το ήξερα. Δεν…κοίτα τα μάτια μου…
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Κοίτα τα μάτια μου…
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν κλαίνε. Είναι τόσο χαρούμενα, που μπορούν να σε σκοτώσουν. Δεν κλαίνε τα μάτια μου. Κοίτα. Μια στιγμούλα κοίτα. Αν ήταν τώρα να πω την αλήθεια δεν θα σταματούσα. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα. Μόνο τώρα μπορώ. Δεν ήξερα. Συγνώμη δεν ήξερα. Δεν ήξερα συγνώμη.
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.
(Όση ώρα η Γυναίκα λέει το μονόλογο ο άντρας συνεχίζει το «Δεν μπορώ» χαμηλόφωνα)
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Χρυσά μαλλιά στο σκουπιδότοπο...
Μια βραδιά. Σαν βάρδια πλοίου. Σαν έργο αναγκαστικό που όλο γυρίζει να σου θυμίσει κάτι. Μια βραδιά. Το μπαρ γεμάτο και τα μπουκάλια να αδειάζουν το ένα μετά το άλλο. Θα πιω να μεθύσω και θα χαθώ μέσα στους καπνούς. Μια βραδιά. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Απλά μια βραδιά. Σαν έρωτας είναι που τον κόψανε άδικα πριν κάνει το τελευταίο του βήμα. Η μουσική απαλή και το μισοσκόταδο δεν με αφήνει να δω καθαρά. Με κοιτάζουν. Βλέπουν μάλλον τον πόνο. Μπορούν να τον δουν. Η αγάπη μου η άδικη δίπλα να μου κρατάει το χέρι και να μου δίνει κουράγιο για λόγο που δεν ξέρει και είμαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελε να μάθει ποτέ. Απαλό φιλί και μια σταγόνα ουίσκι να μου λερώνει το πουκάμισο. Ένα μάτι να κλείνει κι ένα να ανοίγει και ο λόγος μου συμβόλαιο. Μένω και παραμένω σιωπηλός στο μπαρ. Λιώνει η νύχτα έξω και βλέπω το πρώτο φως της μέρας μακριά από το πρώτο φως που ξημερώνει αλλού. Δεν είναι το ίδιο. Συνεχίζω να πίνω μέχρι να γίνω στουπί και να μη βλέπω μπροστά μου. Απλή συνήθεια είναι. Σήμερα δεν σου μίλησα. Σήμερα δεν την έζησα τη μέρα. Είναι απαλό το χέρι σου. Είναι δροσερό. Είναι όμορφα τα μάτια σου, φέγγουν, βλέπω αγάπη μέσα τους. Είναι όμορφα τα μαλλιά σου, χρυσά. Με αγγίζουν. Είναι σαν χρυσάφι που βρίσκεται πάνω σε σκουπίδια και ξεχωρίζει. Βλέπω αγάπη. Βλέπω…Δεν βλέπω μπροστά μου από το μεθύσι. Δεν θέλω να δω. Μακάρι να μπορούσα να σε λατρέψω. Μακάρι να μπορούσα να σε δω σαν αγάπη. Μακάρι να είχα τη δύναμη να το κάνω. Δν μπορώ όμως. Δεν ήρθες στο χρόνο. Μπορείς να φύγεις για να προστατευθείς. Δεν είμαι για σένα. Μέθυσος, ξενύχτης, ηλίθιος, ερωτευμένος. Δεν είμαι για σένα. Βρες το χρυσάφι στο κέντρο της γης. Βρες τη δύναμη να φύγεις. Βλέπω στο μπαρ, τα χρυσά μαλλιά να μου μιλάνε και θέλω να φωνάξω, να κλάψω και να μην βγω ποτέ από την τρύπα μου. Δεν…δεν είμαι για σένα. Μια καρδιά που ανήκει αλλού, που χαρστηκε πριν αιώνες και τώρα σιγοσβήνει σε άλλη αγκαλιά. Δεν…δεν μπορώ άλλο. Δεν θέλω άλλο. Μείνε μακριά μου. Μην έρθεις ξανά στο μπαρ. Μην έρθεις. Εγώ έκανα ένα ταξίδι να βρω τη ζωή μου και τη βρήκα. Δεν θα τη χαραμίσω για ένα γλυκό φιλί δικό σου. Δεν θα την πετάξω. Δεν ζω εδώ πια. Μπορεί να με βλέπεις και με ξέρεις και να σου πειράζω το λαιμό και να σου λέω τις φιλοσοφίες μου και να είμαστε κάτω από το πάπλωμα αγκαλιά και να με φιλάς και να μου δίνεσαι και να προσπαθώ να σε θέλω και να σου λέω ότι είναι μια ζωή παράξενη και να σου λέω αστεία για να περνάς καλά και να σε κρατάω και να με κρατάς και να με φιλάς και να νοιώθω ότι νοιώθεις αλλά να μη νοιώθεις ότι δεν νοιώθω και να μου λες για ταξίδια και γέλια και έρωτας που θα κάνουμε μαζί και να ξέρω ότι μαζί δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ. Εγώ ταξιδεύω μόνος και πάω κάπου που δεν πρέπει να πάω. Μείνε μακριά μου. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ. Μη μου κρατάς τα χέρια, μη με φιλάς, μη μου ζητάς να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί. Σταμάτα να με κοιτάζεις σαν να είμαι θαύμα, μη μου δίνεις ζωή αν δεν θες να σου κλέψω τα πάντα και να φύγω. Δεν χρειάζεται να μου λες για σένα, μη με κοιτάς. Εγώ έχω κάνει ταξίδι και το έκανα μόνος. Μόνος! Και βρήκα τη ζωή. Δεν αντέχω χωρίς ζωή. Δεν μπορώ. Δεν την έχω και ξέρω πως πονάω. Μη μου μιλάς, εσύ, για τα μικρά μας μυστικά και μη μου δείχνεις αγάπη. Μη μου δείχνεις αγάπη. Δεν αντέχω να μου δείχνεις αγάπη. Θέλω να φύγω και δεν έχω φτερά. Μου τα έκοψαν στη γέννα. Θέλω να καταστρέψω και δεν έχω τη δύναμη. Μη μου ζητάς. Δεν θα κάνουμε ποτέ μαζί το ταξίδι. Το κάνω με άλλη. Κάπου μακριά και δεν σε αφήνω να μπεις. Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Είναι αλλού η ζωή. Και την έδωσα και δεν θα τη ζητήσω πίσω. Δεν θα κλάψω για σένα ποτέ. Είναι αλλού η ζωή. Δεν θα την έχω ποτέ αλλά είναι αλλού. Ξημέρωσε…έλα να σε πάρω μια αγκαλιά. Ξημέρωσε. Ας βγούμε από το μπαρ. Δεν βλέπω μπροστά μου να το ξέρεις…θα με κουβαλάς πάλι. Που αφήσαμε το αμάξι; Στάσου να πάρω μια μπύρα για το δρόμο. Έτσι, μήπως διψάσουμε.
Κυριακή 16 Μαρτίου 2008
Γυναίκα....
Γυρίζει το δωμάτιο. Οι τοίχοι. Όλα. Γυρίζουν. Στάσου. Μια στιγμή στάσου και μετά φύγε. Δακρύζουν τα κάδρα, το κρεβάτι τρέμει. Εκεί που κρεμούσες τα ρούχα σου υπάρχουν μόνο δύο μικρά τέρατα να μου θυμίζουν τη ύπαρξή σου. Μια στιγμή στάσου. Μια στιγμή. Το άρωμα που φύλαγα καλά στο συρτάρι μου έχει αρχίσει
να ξεθυμαίνει. Το δικό σου άρωμα. Τα μαλλιά, τα νύχια, οι φλέβες του λαιμού σου, τα πόδια σου, το στήθος σου. Χάνονται. Σβήνουν. Τα κάδρα…Μια φωτογραφία που βγάλαμε αγκαλιά δεν υπάρχει. Κάπου την πήρε ο άνεμος και την ψάχνω τώρα, χρόνια. Χρόνια. Μια στιγμή στάσου. Μια στιγμή, για ένα τσιγάρο και φύγε. Γυρίζει. Μια στιγμή. Κάπου είχα κρύψει ένα μπουκάλι, εδώ, πίσω από τα βιβλία μου. Δεν το βρίσκω. Ένα μπουκάλι θλίψη και υπομονή. Ζήτα μου να μην πιω. Ζήτα το να το κάνω. Θα καπνίσω. Τρεμοπαίζει το φως και νομίζω πως λυπάται κι αυτό. Το πρωί σήκωσα τα σκεπάσματα και βρήκα από κάτω ένα ξένο σώμα. Τρόμος. Θυμάσαι; Σου είχα μιλήσει για ζωή. Για ποια ζωή; Για τι ζωή; Πάντα κολλούν επάνω μου όσα μισώ και σιχαίνομαι και φεύγουν, φεύγουν ακούς; Φεύγουν αυτά που θέλω. Αυτά που αγαπάω φεύγουν. Και μένω μόνος με αν ξένο σώμα, άγνωστο. Δεν με γνωρίζω πια. Δεν υπάρχω πια. Μένω σε ένα κέντρο που όλα περνούν γύρω μου και δεν με αγγίζουν. Μόνο κάποιες στιγμές ακούω κάποιους θορύβους ή βλέπω κάποιες λάμψεις που κι αυτές σβήνουν σαν το πρόσωπό σου, σαν τα μάτια σου. Σβήνουν και μαζί τους κάθε ελπίδα ύπαρξης. Μόνος. Αγκαλιά με ένα μπουκάλι τζιν, να πίνω και να σφαδάζω από τον πόνο. Δεν μιλάω. Δεν μίλησα ποτέ. Δεν είχα το κουράγιο. Θα με καταστρέψω για να ζήσω πιο πολύ. Για λίγο. Δώσ’μου φωτιά. Δώσε. Άκουσε με. Κλείσε τα ματάκια σου. Όνειρό μου, κλείσε τα μάτια. Ξάπλωσε στο δικό σου κρεβάτι, κοίτα τους δικούς σου τοίχους, αγάπα τους δικούς σου εφιάλτες. Ξένα χάρια πιάνουν τα χέρια μου. Ζαλίζομαι. Γυρίζει το δωμάτιο. Μη φεύγεις ακόμη. Μείνε για λίγο. Το λέω και θα το λέω όσο ζω. Μη φύγεις. Μείνε για λίγο πάνω σ’αυτό το στρώμα κι ας κάνουμε έρωτα για μια τελευταία φορά. Να με κοιτάς στα μάτια όμως. Θέλω να θυμάμαι. Να θυμάμαι τα μάτια και το λαιμό, και την πλάτη και τα χέρια και τα μαλλιά και το μέτωπο που ιδρώνει πάνω μου. Πάρε αυτό το λευκό μαντίλι. Κράτησε το. Δικό σου. Σκούπισε τον ιδρώτα σου. Δικό σου. Για μια φορά. Τελευταία. Μείνε. Άκου. Άκου πως φυσάει ο αέρας και πως κλαίει η βροχή. Κοίτα πως τα δέντρα γίνονται φράχτες και οι πέτρες τοίχοι, να μην περάσεις. Η πόρτα μου δεν λέει να ανοίξει. Φοβάται την είσοδο κάποιου ξένου. Κάποιας άλλης φωνής. Κάποιων άλλων ματιών. Που δεν θα δακρύζουν, δεν θα γελάνε, δεν θα μου κάνουν γκριμάτσες. Η πόρτα μου φοβάται. Μείνε. Έλα να κάνουμε μαζί σχέδια. Μαζί; Αστεία. Λέω αστεία. Μαζί; Σχέδια; Αστεία. Λέω αστεία. Μόνο λέξεις μαζί. Μόνο όνειρα μαζί. Μόνο σκέψεις μαζί, αλλά όχι ζωή. Όχι χέρια ακουμπισμένα στην ίδια κουπαστή πλοίου, όχι μάτια στο ίδιο θεωρείο θεάτρου, όχι πόνοι και καημοί και γέλια και τραγούδια και πλήξη και φόβο και αγάπη και έρωτα και ενθουσιασμό και απογοήτευση και γέλια και δάκρυ και βαρεμάρα και ταξίδια και καφέδες και ποτά και τσιγάρα και βόλτες και μουσικές και παιχνίδια. Αυτά όχι μαζί. Αυτά με ξένα σώματα και αποτρόπαιες αυταπάτες. Ζω. Ναι, τώρα ζω. Είμαι μέσα στο πλήθος ίδιος. Όμοιος με γουρούνι. Φοράω στολή. Έχω κι εγώ ότι κι οι άλλοι. Είμαι ένας δειλός. Είμαι ένας μαλάκας. Δεν είμαι δυνατός. Δεν έχω τη δύναμη να σου μιλήσω. Δεν έχω τη δύναμη να σε ξεχάσω κι ας πρέπει. Δεν έχω τα αρχίδια να σου καταστρέψω τη ζωή. Δεν έχω τα αρχίδια να σου κλέψω το παραμικρό αίσθημα. Τώρα έχω ότι και οι άλλοι. Έχω μια καληνύχτα και μια κραυγή να μου κουφαίνει τα αυτιά. Έχω μαύρο στα μάτια μου και σπάει την ηρεμία μου. Δεν είμαι τυφλός απλά δεν βλέπω. Δεν είμαι κουφός, απλά δεν ακούω. Δεν ακούω. Δεν θέλω να βλέπω αν δεν βλέπω εσένα. Δεν θέλω να ακούω αν δεν ακούω εσένα. Δεν θέλω να ξημερώνει αν δεν είμαι πλάι σου. Δεν θέλω να νυχτώνει αν δεν μας βρίσκει αγκαλιά στο κρεβάτι η νύχτα. Δεν θέλω να έχω σώμα αν δεν είναι δίπλα στο δικό μου. Δεν έχω άνθρωπο. Δεν έχω. Έχω ένα ξένο σώμα που χαϊδεύει τα χέρια μου, τα μαλλιά μου, τα μάγουλά μου αλλά δεν μπορεί, δεν ξέρει να χαϊδεύει το μυαλό μου. Και μένει εκεί. Χωρίς χάδι. Χωρίς συμπόνια. Μείνε. Για λίγο ακόμη, μείνε. Ένα τσιγάρο. Κάπου έχω κρύψει ένα μπουκάλι. Το δωμάτιο γυρίζει. Γυρίζει. Για μια στιγμή στάσου….