Το ποτήρι κολλάει στα χείλη. Το βλέμμα γίνεται δυνατό και μπορεί να σκοτώσει τους παρείσακτους. Φεύγει μια βρισιά μέσα από το στόμα μου. Ούτε που κατάλαβα πως. Κάτι ακούγεται. Σπασμένα γυαλιά. Ποτήρια είναι. Ανάβω τσιγάρο και κοιτάζω τα μάτια σου. Σήμερα μπορείς. Σήμερα δεν θα σου πω τίποτα. Κάτι ακούγεται. Σαν μουσική μου φαίνεται. Δεν ξέρω. Ποτέ δεν ήξερα. Εσύ το είπες. Δεν είναι μακρύς ο δρόμος και θα τον κάνω. Δε γαμιέται…Τι έχω να χάσω. Εκτός από μερικά βράδια αγρύπνιας τίποτα σημαντικό. Η καρέκλα στο πάτωμα. Το μπουφάν μου κι αυτό βρωμίζεται. Πολύ βρώμα εδώ μέσα ρε παιδάκι μου. Πάμε έξω; Δεν γουστάρω τον κόσμο. Θα σου το πω να το ξέρεις κι εσύ να δω πως θα με παίξεις. Αν είχα μαχαίρι να είσαι σίγουρη θα το είχα πετάξει έξω και θα είχα θερίσει δυο τρεις κώλους. Αλλά ατυχία, το ξέχασα. Έλα να καπνίσουμε. Δεν πιστεύω να φοβάσαι. Πάμε βόλτα στην Αλεξάνδρας; Να την κάνουμε δυο φορές, πάνω κάτω. Κάτι θα δούμε και θα μας αρέσει. Που θα πάει. Μια ζωή ρε παιδάκι μου. Μια ζωή ξεφτίλα και βρωμισμένα ουίσκια. Άσε σε μένα το μυαλό σου. Τα προσέχω κάτι τέτοια. Πάμε πάνω; Έχω ένα μικρό δωμάτιο. Αχούρι το λένε οι φίλοι μου και αρνούνται να πλησιάσουν. Πάμε; Οι δυο μας. Πάμε. Και τι θα καταλάβεις να σου πω για αγάπες; Πάμε; Δεν θα μιλάω. Πάμε.
Κυριακή 13 Απριλίου 2008
Τρίτη 25 Μαρτίου 2008
Ταξίδι Μακριά (απόσπασμα)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Κάπου μακριά υπάρχει κάτι που δεν βλέπω. Δεν το έχω δει ποτέ και ξέρω πως θα πεθάνω και δεν θα το έχω δει. Δυο μικρές πεταλούδες μου άγγιξαν μια μέρα τα μάγουλα και με φίλησαν. Δεν τις ξαναείδα ποτέ.
ΑΝΤΡΑΣ : Βλέπω μια στάλα ουρανό από εδώ. Δεν μου μένει χώρος να δω περισσότερο. Δεν έχω το χρόνο. Βλέπω μια στάλα ουρανό. Κάπου υπάρχει αυτή η λευκή δέσμη φωτός αλλά δεν θα τη δω ποτέ. Δεν θα τη δω.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Οι τοίχοι.
ΑΝΤΡΑΣ : Τα παράθυρα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Το κρεβάτι και ο καναπές….
ΑΝΤΡΑΣ : Και οι κουρτίνες…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και τα φλιτζάνια με τους καφέδες…
ΑΝΤΡΑΣ : Και τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και μια κουβέρτα άδεια…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα τραγούδι που δεν το ακούει κανείς…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα πουλάκι στο μπαλκόνι…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα ποτό σε όμορφο ποτήρι…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και ένα τσιγάρο…
ΑΝΤΡΑΣ : Και ένα κραγιόν που έλιωσε…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Όλα…
ΑΝΤΡΑΣ : Όλα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Για μένα…
ΑΝΤΡΑΣ : Για σένα…
(Παύση)
ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά κάποιος άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του. Έμεινε έκθαμβος από τη λάμψη. Έκανε ένα μεγάλο ταξίδι. Μέρες και νύχτες έβλεπε στεριές και θάλασσες να περνάνε μπροστά από τα μάτια του. Άνθρωποι ξένοι και παιδιά χαμογελαστά και κάτι μορφές σαν αγγελούδια τον άγγιζαν. Περνούσαν από δίπλα του και άφηναν μια μικρή πνοή. Σαν βοήθεια ήταν για το ταξίδι. Μακρύ ταξίδι και ο προορισμός δεν είχε βάση μια στεριά. Στο τέλος έφτασε.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έφτασε…
ΑΝΤΡΑΣ : Έφτασε. Αλλά η αγάπη του δεν ήταν εκεί.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν ήταν.
ΑΝΤΡΑΣ : Η αγάπη έλειπε. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήθελε να περιμένει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έλειπε.
ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.
ΑΝΤΡΑΣ : Έλειπε. Μια φορά ήταν κάποιος άνθρωπος που έκανε ένα μεγάλο ταξίδι για να βρει την αγάπη του.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Και έλειπε. Σταμάτα!
ΑΝΤΡΑΣ : Μια φορά…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα! Φοβάμαι εδώ!
ΑΝΤΡΑΣ : (Γελάει) Δεν ξέρω. Δεν ήθελα ποτέ να ξέρω. Τι είναι για ώρες πεταμένο και κλαίει και τρομάζει να γαμάει πάντα την κουβέντα. Δεν ξέρω. Μπορείς να βγάλεις το σκασμό!
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σταμάτα.
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν αντέχεις. Το ξέρω ότι δεν αντέχεις. Που είναι η δύναμη που σου έδωσαν τα αστέρια; Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος που ταξίδεψε πολύ για να βρει την αγάπη του. Δεν τη βρήκε. Είχε φύγει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν σε φοβάμαι. Σε λατρεύω. Μπορείς να μου μιλάς όπως θες. Ξέσκισε, με τη γλώσσα σου τα σπλάχνα μου. Βγάλε τα νύχια σου και γάμησέ μου την ψυχή. Δεν μπορώ να μη σε βλέπω. Δεν μπορώ να μη σε νοιώθω. Δεν σε μπορώ.
ΑΝΤΡΑΣ : Πέτα με. Πες μου να σκάσω και θα το κάνω. είναι τώρα που έρχονται όλα σε αυτό το μεθυσμένο κεφάλι και δεν με αφήνουν να κλείσω μάτι. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Την ίδια ηλίθια στιγμή, από κάπου, δεν ξέρω από πού, έρχεται και μπαίνει μέσα μου και με πονάει και θέλω να βογγήξω από τον πόνο αλλά το κρατάω. Δεν επιτρέπεται. Δεν γίνεται να φωνάξεις εδώ. Δεν πρέπει να βγάλεις κανένα συναίσθημα. Δεν έχεις το δικαίωμα. Κάθε μέρα την ίδια ώρα. Σαν κατάρα που κατατρώει τα σπλάχνα μου. Γάμησέ μου τη ζωή. Θα το αντέξω μόνο και μόνο επειδή θα το κάνεις εσύ. Κάθε μέρα τη ίδια ώρα. Τώρα είναι η ώρα. Οι αναβολές είναι για τους ηλίθιους. Στάσου μπροστά και μίλα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο και οι λέξεις θα κολλάνε, αλλά πρέπει. Τώρα. Πρέπει. Κοίταξε τη μούρη σου στον καθρέφτη. Κοίτα και πες μου τι βλέπεις. Είσαι εσύ; Τώρα. Πάρε τσιγάρο και πες μου. Είσαι εσύ; Σε αναγνωρίζεις; Ξέρεις τι είναι αυτό το δωμάτιο; Μια ζωή. Ολόκληρη. Μια ζωή χαμένη σε τέσσερις τοίχους και ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι είναι να κοιτάζεις τους γείτονες, τις ζωές τους, γιατί δεν έχεις δικούς σου να δεις. Τώρα είναι η ώρα. Ένας καναπές, μια λάμπα και ένα γραφείο είναι η μόνη σου περιουσία κι αυτή λειψή. Τώρα. Το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει. Μπορεί να το έσπασα και να μην το θυμάμαι. Ο δρόμος δεν βγάζει ποτέ ανθρώπους από εδώ. Είναι σαν καταραμένο αυτό το μέρος και έπεσε σε μένα ο κλήρος να το φροντίζω. Και το φρόντισα όλη μου τη ζωή. Μια ζωή…τι ζωή…; Για ποια ζωή μου μιλάς; Η ζωή είναι προνόμιο άλλων, όχι για μας. Εμείς έχουμε το δωμάτιο. Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις. Το δωμάτιο έγινε η ζωή μας κι αυτό γιατί δεν τολμήσαμε να βγούμε απ’αυτό. Από μικρός μεγάλωνα με ένα φόβο. Μην κάνεις λάθος…μην κάνεις λ ά θ ο ς…Και δεν έκανα. Δεν έκανα κανένα λάθος. Δεν έχω να θυμάμαι κανένα λάθος. Ξέρεις τι είναι να μην έχεις να θυμάσαι; Οι κουρτίνες στο δωμάτιο ήταν πάντα κλειστές. Μη μας βλέπουν οι γείτονες. Λες και κάναμε μασωνίες μέσα και δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Μια φορά διανοήθηκα να τραβήξω την κουρτίνα λίγο και μαζεύτηκαν όλοι να δουν. Έχω τρία μολύβια μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν γράφει κανένα. Αρνούνται. Το βράδυ, παίζει μια απαλή μουσική και ένα αμυδρό κόκκινο φωτίζει το ταβάνι του δωματίου. Δεν είμαι ποτέ μόνος το βράδυ. Φτιάχνω ανθρώπους και τους μιλάω, τους ερωτεύομαι και αγαπάω κάτι σκιές που δεν υπάρχουν. Δεν μπορεί να τις δει κανείς, μόνο εγώ. Οι άλλοι λένε πως είμαι ζαβό, αλλά δεν είμαι. Απλά ζω στο δωμάτιο. Εδώ μέσα η Δευτέρα ξημερώνει από την Κυριακή και ξανά Δευτέρα και ξανά Δευτέρα και ξανά…Τώρα είναι η ώρα. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα και αγγίζω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου, για να μην ξεχνάω ότι υπάρχω. Έφηβος, ανά τους αιώνες. Αρνούμαι να μεγαλώσω για να μη θυμηθώ πως. Και πότε. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο χωρίς κανένα λόγο. Αλλά ξέχασα, ζω στο δωμάτιο και εδώ μέσα δεν υπάρχουν λόγοι. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να μου θυμίσει ζωή και να με κάνει να πιω μέχρι αηδίας. Η παραμικρή κίνηση. Κάθομαι και χαζεύω τις γάτες. Κι αν κάποια στιγμή μια απ’αυτές με κοιτάξει χαίρομαι σαν μικρό παιδί και θέλω να την κάνω φίλη μου. Φίλη μου για μια ζωή. Κι αν μου πεθάνει θα κλαίω. Ερωτεύτηκα. Πόνεσα. Μίσησα. Έχουν ποτίσει οι τοίχοι από γέλια, φωνές, κλάματα. Όλα σιωπηλά. Σσσς…Μην ακουστεί το παραμικρό συναίσθημα. Σσσς….Μπορείς να γελάσεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να κλάψεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να φωνάξεις, αλλά από μέσα σου. Κι όταν το από μέσα βγει. Θα γίνει βουνό. Θα γίνει ποτάμι. Θα γίνει καταιγίδα και κεραυνός και θα διαλύσει τους τοίχους, τον καναπέ και τη λάμπα και δεν θα υπάρχει πια δωμάτιο και τότε θα είμαι γυμνός. Τώρα είναι η ώρα. Σαν μια μάζα ανθρώπων, που η κραυγή τους ξεκινάει σιωπηλά σαν λειτουργία το Πάσχα και γίνεται…και γίνεται κύμα και σε παρασύρει. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα που οι τοίχοι άρχισαν να ξεφτίζουν. Τώρα που το δωμάτιο βαριανασαίνει. Τώρα που έχει ήλιο έξω. Κοίταξε λίγο τον καθρέφτη. Τι βλέπεις; Έχει είδωλο; Τώρα είναι η ώρα…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν το ήξερα. Συγνώμη…δεν το ήξερα. Δεν…κοίτα τα μάτια μου…
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Κοίτα τα μάτια μου…
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ…
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δεν κλαίνε. Είναι τόσο χαρούμενα, που μπορούν να σε σκοτώσουν. Δεν κλαίνε τα μάτια μου. Κοίτα. Μια στιγμούλα κοίτα. Αν ήταν τώρα να πω την αλήθεια δεν θα σταματούσα. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα μπορούσα. Μόνο τώρα μπορώ. Δεν ήξερα. Συγνώμη δεν ήξερα. Δεν ήξερα συγνώμη.
ΑΝΤΡΑΣ : Δεν μπορώ.
(Όση ώρα η Γυναίκα λέει το μονόλογο ο άντρας συνεχίζει το «Δεν μπορώ» χαμηλόφωνα)
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Χρυσά μαλλιά στο σκουπιδότοπο...
Μια βραδιά. Σαν βάρδια πλοίου. Σαν έργο αναγκαστικό που όλο γυρίζει να σου θυμίσει κάτι. Μια βραδιά. Το μπαρ γεμάτο και τα μπουκάλια να αδειάζουν το ένα μετά το άλλο. Θα πιω να μεθύσω και θα χαθώ μέσα στους καπνούς. Μια βραδιά. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Απλά μια βραδιά. Σαν έρωτας είναι που τον κόψανε άδικα πριν κάνει το τελευταίο του βήμα. Η μουσική απαλή και το μισοσκόταδο δεν με αφήνει να δω καθαρά. Με κοιτάζουν. Βλέπουν μάλλον τον πόνο. Μπορούν να τον δουν. Η αγάπη μου η άδικη δίπλα να μου κρατάει το χέρι και να μου δίνει κουράγιο για λόγο που δεν ξέρει και είμαι σίγουρος ότι δεν θα ήθελε να μάθει ποτέ. Απαλό φιλί και μια σταγόνα ουίσκι να μου λερώνει το πουκάμισο. Ένα μάτι να κλείνει κι ένα να ανοίγει και ο λόγος μου συμβόλαιο. Μένω και παραμένω σιωπηλός στο μπαρ. Λιώνει η νύχτα έξω και βλέπω το πρώτο φως της μέρας μακριά από το πρώτο φως που ξημερώνει αλλού. Δεν είναι το ίδιο. Συνεχίζω να πίνω μέχρι να γίνω στουπί και να μη βλέπω μπροστά μου. Απλή συνήθεια είναι. Σήμερα δεν σου μίλησα. Σήμερα δεν την έζησα τη μέρα. Είναι απαλό το χέρι σου. Είναι δροσερό. Είναι όμορφα τα μάτια σου, φέγγουν, βλέπω αγάπη μέσα τους. Είναι όμορφα τα μαλλιά σου, χρυσά. Με αγγίζουν. Είναι σαν χρυσάφι που βρίσκεται πάνω σε σκουπίδια και ξεχωρίζει. Βλέπω αγάπη. Βλέπω…Δεν βλέπω μπροστά μου από το μεθύσι. Δεν θέλω να δω. Μακάρι να μπορούσα να σε λατρέψω. Μακάρι να μπορούσα να σε δω σαν αγάπη. Μακάρι να είχα τη δύναμη να το κάνω. Δν μπορώ όμως. Δεν ήρθες στο χρόνο. Μπορείς να φύγεις για να προστατευθείς. Δεν είμαι για σένα. Μέθυσος, ξενύχτης, ηλίθιος, ερωτευμένος. Δεν είμαι για σένα. Βρες το χρυσάφι στο κέντρο της γης. Βρες τη δύναμη να φύγεις. Βλέπω στο μπαρ, τα χρυσά μαλλιά να μου μιλάνε και θέλω να φωνάξω, να κλάψω και να μην βγω ποτέ από την τρύπα μου. Δεν…δεν είμαι για σένα. Μια καρδιά που ανήκει αλλού, που χαρστηκε πριν αιώνες και τώρα σιγοσβήνει σε άλλη αγκαλιά. Δεν…δεν μπορώ άλλο. Δεν θέλω άλλο. Μείνε μακριά μου. Μην έρθεις ξανά στο μπαρ. Μην έρθεις. Εγώ έκανα ένα ταξίδι να βρω τη ζωή μου και τη βρήκα. Δεν θα τη χαραμίσω για ένα γλυκό φιλί δικό σου. Δεν θα την πετάξω. Δεν ζω εδώ πια. Μπορεί να με βλέπεις και με ξέρεις και να σου πειράζω το λαιμό και να σου λέω τις φιλοσοφίες μου και να είμαστε κάτω από το πάπλωμα αγκαλιά και να με φιλάς και να μου δίνεσαι και να προσπαθώ να σε θέλω και να σου λέω ότι είναι μια ζωή παράξενη και να σου λέω αστεία για να περνάς καλά και να σε κρατάω και να με κρατάς και να με φιλάς και να νοιώθω ότι νοιώθεις αλλά να μη νοιώθεις ότι δεν νοιώθω και να μου λες για ταξίδια και γέλια και έρωτας που θα κάνουμε μαζί και να ξέρω ότι μαζί δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ. Εγώ ταξιδεύω μόνος και πάω κάπου που δεν πρέπει να πάω. Μείνε μακριά μου. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ. Μη μου κρατάς τα χέρια, μη με φιλάς, μη μου ζητάς να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί. Σταμάτα να με κοιτάζεις σαν να είμαι θαύμα, μη μου δίνεις ζωή αν δεν θες να σου κλέψω τα πάντα και να φύγω. Δεν χρειάζεται να μου λες για σένα, μη με κοιτάς. Εγώ έχω κάνει ταξίδι και το έκανα μόνος. Μόνος! Και βρήκα τη ζωή. Δεν αντέχω χωρίς ζωή. Δεν μπορώ. Δεν την έχω και ξέρω πως πονάω. Μη μου μιλάς, εσύ, για τα μικρά μας μυστικά και μη μου δείχνεις αγάπη. Μη μου δείχνεις αγάπη. Δεν αντέχω να μου δείχνεις αγάπη. Θέλω να φύγω και δεν έχω φτερά. Μου τα έκοψαν στη γέννα. Θέλω να καταστρέψω και δεν έχω τη δύναμη. Μη μου ζητάς. Δεν θα κάνουμε ποτέ μαζί το ταξίδι. Το κάνω με άλλη. Κάπου μακριά και δεν σε αφήνω να μπεις. Δεν θα σε αφήσω ποτέ. Είναι αλλού η ζωή. Και την έδωσα και δεν θα τη ζητήσω πίσω. Δεν θα κλάψω για σένα ποτέ. Είναι αλλού η ζωή. Δεν θα την έχω ποτέ αλλά είναι αλλού. Ξημέρωσε…έλα να σε πάρω μια αγκαλιά. Ξημέρωσε. Ας βγούμε από το μπαρ. Δεν βλέπω μπροστά μου να το ξέρεις…θα με κουβαλάς πάλι. Που αφήσαμε το αμάξι; Στάσου να πάρω μια μπύρα για το δρόμο. Έτσι, μήπως διψάσουμε.
Κυριακή 16 Μαρτίου 2008
Γυναίκα....
Γυρίζει το δωμάτιο. Οι τοίχοι. Όλα. Γυρίζουν. Στάσου. Μια στιγμή στάσου και μετά φύγε. Δακρύζουν τα κάδρα, το κρεβάτι τρέμει. Εκεί που κρεμούσες τα ρούχα σου υπάρχουν μόνο δύο μικρά τέρατα να μου θυμίζουν τη ύπαρξή σου. Μια στιγμή στάσου. Μια στιγμή. Το άρωμα που φύλαγα καλά στο συρτάρι μου έχει αρχίσει
να ξεθυμαίνει. Το δικό σου άρωμα. Τα μαλλιά, τα νύχια, οι φλέβες του λαιμού σου, τα πόδια σου, το στήθος σου. Χάνονται. Σβήνουν. Τα κάδρα…Μια φωτογραφία που βγάλαμε αγκαλιά δεν υπάρχει. Κάπου την πήρε ο άνεμος και την ψάχνω τώρα, χρόνια. Χρόνια. Μια στιγμή στάσου. Μια στιγμή, για ένα τσιγάρο και φύγε. Γυρίζει. Μια στιγμή. Κάπου είχα κρύψει ένα μπουκάλι, εδώ, πίσω από τα βιβλία μου. Δεν το βρίσκω. Ένα μπουκάλι θλίψη και υπομονή. Ζήτα μου να μην πιω. Ζήτα το να το κάνω. Θα καπνίσω. Τρεμοπαίζει το φως και νομίζω πως λυπάται κι αυτό. Το πρωί σήκωσα τα σκεπάσματα και βρήκα από κάτω ένα ξένο σώμα. Τρόμος. Θυμάσαι; Σου είχα μιλήσει για ζωή. Για ποια ζωή; Για τι ζωή; Πάντα κολλούν επάνω μου όσα μισώ και σιχαίνομαι και φεύγουν, φεύγουν ακούς; Φεύγουν αυτά που θέλω. Αυτά που αγαπάω φεύγουν. Και μένω μόνος με αν ξένο σώμα, άγνωστο. Δεν με γνωρίζω πια. Δεν υπάρχω πια. Μένω σε ένα κέντρο που όλα περνούν γύρω μου και δεν με αγγίζουν. Μόνο κάποιες στιγμές ακούω κάποιους θορύβους ή βλέπω κάποιες λάμψεις που κι αυτές σβήνουν σαν το πρόσωπό σου, σαν τα μάτια σου. Σβήνουν και μαζί τους κάθε ελπίδα ύπαρξης. Μόνος. Αγκαλιά με ένα μπουκάλι τζιν, να πίνω και να σφαδάζω από τον πόνο. Δεν μιλάω. Δεν μίλησα ποτέ. Δεν είχα το κουράγιο. Θα με καταστρέψω για να ζήσω πιο πολύ. Για λίγο. Δώσ’μου φωτιά. Δώσε. Άκουσε με. Κλείσε τα ματάκια σου. Όνειρό μου, κλείσε τα μάτια. Ξάπλωσε στο δικό σου κρεβάτι, κοίτα τους δικούς σου τοίχους, αγάπα τους δικούς σου εφιάλτες. Ξένα χάρια πιάνουν τα χέρια μου. Ζαλίζομαι. Γυρίζει το δωμάτιο. Μη φεύγεις ακόμη. Μείνε για λίγο. Το λέω και θα το λέω όσο ζω. Μη φύγεις. Μείνε για λίγο πάνω σ’αυτό το στρώμα κι ας κάνουμε έρωτα για μια τελευταία φορά. Να με κοιτάς στα μάτια όμως. Θέλω να θυμάμαι. Να θυμάμαι τα μάτια και το λαιμό, και την πλάτη και τα χέρια και τα μαλλιά και το μέτωπο που ιδρώνει πάνω μου. Πάρε αυτό το λευκό μαντίλι. Κράτησε το. Δικό σου. Σκούπισε τον ιδρώτα σου. Δικό σου. Για μια φορά. Τελευταία. Μείνε. Άκου. Άκου πως φυσάει ο αέρας και πως κλαίει η βροχή. Κοίτα πως τα δέντρα γίνονται φράχτες και οι πέτρες τοίχοι, να μην περάσεις. Η πόρτα μου δεν λέει να ανοίξει. Φοβάται την είσοδο κάποιου ξένου. Κάποιας άλλης φωνής. Κάποιων άλλων ματιών. Που δεν θα δακρύζουν, δεν θα γελάνε, δεν θα μου κάνουν γκριμάτσες. Η πόρτα μου φοβάται. Μείνε. Έλα να κάνουμε μαζί σχέδια. Μαζί; Αστεία. Λέω αστεία. Μαζί; Σχέδια; Αστεία. Λέω αστεία. Μόνο λέξεις μαζί. Μόνο όνειρα μαζί. Μόνο σκέψεις μαζί, αλλά όχι ζωή. Όχι χέρια ακουμπισμένα στην ίδια κουπαστή πλοίου, όχι μάτια στο ίδιο θεωρείο θεάτρου, όχι πόνοι και καημοί και γέλια και τραγούδια και πλήξη και φόβο και αγάπη και έρωτα και ενθουσιασμό και απογοήτευση και γέλια και δάκρυ και βαρεμάρα και ταξίδια και καφέδες και ποτά και τσιγάρα και βόλτες και μουσικές και παιχνίδια. Αυτά όχι μαζί. Αυτά με ξένα σώματα και αποτρόπαιες αυταπάτες. Ζω. Ναι, τώρα ζω. Είμαι μέσα στο πλήθος ίδιος. Όμοιος με γουρούνι. Φοράω στολή. Έχω κι εγώ ότι κι οι άλλοι. Είμαι ένας δειλός. Είμαι ένας μαλάκας. Δεν είμαι δυνατός. Δεν έχω τη δύναμη να σου μιλήσω. Δεν έχω τη δύναμη να σε ξεχάσω κι ας πρέπει. Δεν έχω τα αρχίδια να σου καταστρέψω τη ζωή. Δεν έχω τα αρχίδια να σου κλέψω το παραμικρό αίσθημα. Τώρα έχω ότι και οι άλλοι. Έχω μια καληνύχτα και μια κραυγή να μου κουφαίνει τα αυτιά. Έχω μαύρο στα μάτια μου και σπάει την ηρεμία μου. Δεν είμαι τυφλός απλά δεν βλέπω. Δεν είμαι κουφός, απλά δεν ακούω. Δεν ακούω. Δεν θέλω να βλέπω αν δεν βλέπω εσένα. Δεν θέλω να ακούω αν δεν ακούω εσένα. Δεν θέλω να ξημερώνει αν δεν είμαι πλάι σου. Δεν θέλω να νυχτώνει αν δεν μας βρίσκει αγκαλιά στο κρεβάτι η νύχτα. Δεν θέλω να έχω σώμα αν δεν είναι δίπλα στο δικό μου. Δεν έχω άνθρωπο. Δεν έχω. Έχω ένα ξένο σώμα που χαϊδεύει τα χέρια μου, τα μαλλιά μου, τα μάγουλά μου αλλά δεν μπορεί, δεν ξέρει να χαϊδεύει το μυαλό μου. Και μένει εκεί. Χωρίς χάδι. Χωρίς συμπόνια. Μείνε. Για λίγο ακόμη, μείνε. Ένα τσιγάρο. Κάπου έχω κρύψει ένα μπουκάλι. Το δωμάτιο γυρίζει. Γυρίζει. Για μια στιγμή στάσου….
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008
Ποτό, τσιγάρο και ένα μπλούζ να κλαίει....
Θα σου δώσω λίγο παραπάνω. Λίγο. Πρόσεξε. Υπάρχει δίπλα μας γκρεμός. Δίπλα μας. Μια κουρτίνα που ανεμίζει, ένας καναπές, κι ένας πίνακας με μια γυμνή που μου θυμίζει. Δεν υπάρχω εγώ στο σκηνικό. Είμαι κάπου έξω. Δεν θυμάμαι να πέρασα ποτέ από εδώ. Δεν υπάρχω. Στα όρια της πλατείας μια μικρή πέτρα σιγοκλαίει και μιλάει με λόγια παράλογα και δύστροπα την απουσία σου. Εγώ δεν υπάρχω. Δεν είμαι εκεί. Ακούω περιγραφές και ζω από τις περιγραφές. Μιλούσα. Έλεγα λάθη. Τα πλήγωνα. Θέλω να πάμε μια βόλτα. Κάπου. Δεν θα σου πω από τώρα που. Κάπου. Μια βόλτα. Μιλάω. Δεν έχω λόγια και μιλάω με φθόγγους. Δεν καταλαβαίνεις αλλά συνεχίζεις να με ακούς. Μην κλαις. Κλαις, το βλέπω. Θα αυξήσω τη δόση της μοναξιάς μου μόνο και μόνο για λίγα δευτερόλεπτά μαζί σου. Δεν σε γνωρίζω. Δεν σε συνάντησα ποτέ. Μόνο σε άγγιξα κάτω από ένα τραπέζι αλλά φοβήθηκα να σε δω στα μάτια. Τα μάτια. Τελικά δεν λένε τίποτα. Ούτε μια αλήθεια. Τίποτα. Τα μάτια, τίποτα. Τίποτα τα μάτια. Ούτε μια αλήθεια. Θέλω να μάθω αλλά φοβάμαι. Θέλω να κλάψω αλλά δεν μπορώ. Θέλω εσένα αλλά έχω μια άλλη που τρώει από τις σάρκες μου και το μυαλό μου. Μου τρώει το χρόνο που σε σκέφτομαι. Πρέπει να κάνω έρωτα μαζί της. Πρέπει να μιλάω με αυτή γιατί με σένα απαγορεύεται. Δεν μας το επιτρέπουν. Πρέπει να σε έχω αλλά έχω μια άλλη μικρή τίγρη που με σκοτώνει κάθε μέρα και με πληγώνει και με βασανίζει και μου μιλάει και θέλει να με αγαπάει και θέλει να με κλείνει σε χρυσή φυλακή και θέλει να μου επιβάλει τον έρωτά της και θέλει να μου πάρει το μυαλό και να μου το κάνει θρύψαλά κι εγώ αγαπάω εσένα και ματώνω με μια άλλη και πεθαίνω. Και της μιλάω και της μιλάω και την αγγίζω και την αγαπάω με το ζόρι και ξαπλώνω μαζί της εκεί που πρέπει να ξαπλώνεις εσύ και την αγαπάω με το ζόρι γιατί με σένα δεν επιτρέπεται. Μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι. Αν φοβηθείς, εγώ είμαι καταδικασμένος. Κι εσύ είσαι χαμένη εδώ και μέρες και δεν σου έχω μιλήσει και από την τελευταία φορά που σε είδα έχουν περάσει χρόνια και αιώνες και σου γράφω. Σου λέω τραγουδάκια με στίχους απλούς και σου μιλάω όταν κοιμάμαι δίπλα σε ένα πτώμα και δεν το θέλω αλλά πρέπει και δεν σταματάω να κοιτάζω μια ξεχασμένη φωτογραφία που τη βγάλαμε μαζί κι έβλεπα τα μάτια σου να κοιτάζουν το φακό αλλά δεν τον κοιτούσες. Κοιτούσες εμένα. Μόνο εμένα. Κι εγώ τώρα κοιτάζω μια άλλη μια γριά μια πεθαμένη μια που δεν θέλω και δεν σταματάω να την κοιτάζω για να μπορέσω να την αγαπήσω αλλά δεν μπορώ γιατί θέλω εσένα αλλά είπαμε με σένα απαγορεύεται, δεν επιτρέπεται δεν το θέλει κανείς αλλά τι να κάνω που γεννήθηκα άνθρωπος και θέλω και νοιώθω και επιθυμώ και μιλάω και μυρίζω όπως όλοι οι άλλοι αλλά δεν είμαι ίδιος. Εγώ σου λέω αστεία και γελάς και πεθαίνεις και πίνουμε ποτά και θολώνεις και μου λες ότι με αγαπάς και μένω για λίγο ακόμη μαζί σου γιατί δεν μπορώ, δεν μπορώ να φύγω και παραληρώ και παραληρώ και μεθάω εγώ περισσότερο και μου λες μην πίνεις και δεν πίνω και μου λες να σε αγαπάω και σε αγαπάω και μου λες τι να κάνω και σου λέω ναι, μόνο σε σένα. Μόνο για σένα κάνω το χαζό. Δεν καταλαβαίνω. Μένω με ένα πτώμα. Μια γριά. Εσύ δεν μπορείς να είσαι εδώ. Είναι μακριά ο παράδεισος αγάπη μου και που θα τον φτάσουμε και που θα τον βρούμε; Δε θα σου πω για τα πρωινά που ξημερώνουν μεσάνυχτα δεν θα σου πω για τα μικρά όνειρα και τις μεγάλες κουβέντες. Δεν τα αντέχεις αυτά και θα με ρωτήσεις αν είναι αλήθεια και δεν θέλω να σου πω ότι είναι και δεν θέλω να σε πείσω αλλά θέλω να χώσω τα δόντια μου βαθιά στο δέρμα σου και να σε κρατήσω έτσι μέσα στον πόνο και να μην μπορεί κανείς να σε πάρει. Δεν θα σε πάρει. Μπορείς να ξυπνάς όπου θέλεις, να μιλάς με όποιον θέλεις να κοιμάσαι με όποιον θέλεις να κάνεις έρωτα με όποιον θέλεις να φιλάς όποιον θέλεις, αλλά να ξέρεις πως μαζί μου θα ξυπνάς το πρωί, μαζί μου θα πληγώνεσαι, μαζί μου θα κλαις, μαζί μου θα γελάς, μαζί μου, μαζί μου θα ζεις, μαζί μου θα αγαπάς, εμένα θα ερωτεύεσαι, κι ας είμαι άλλος κι ας μην έχω το όνομά μου, θα είμαι μέσα σου πάντα, στο μυαλό σου στην καρδιά σου, στα χέρια σου , στα νύχια σου, στα μαλλιά σου παντού. Και θα υπάρχω γιατί θέλεις και θα ξυπνάμε σε διαφορετικά στρώματα και διαφορετικές αγκαλιές αλλά σε μένα θα λες καλημέρα και στη δική μου αγκαλιά θα φοβάσαι. Κι αν πέφτεις κάποιες νύστες στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας εγώ θα είμαι από κάτω και θα σε περιμένω να μην χτυπήσεις και να ξέρεις θα έρθω να σε βρω να κοιμάσαι και θα σου κλέψω τα όνειρα γιατί μου ανήκουν. Μου ανήκουν. Είναι δικά μας. Έχω κι εγώ μερίδιο σε αυτή τη ζωή. Είναι δική μας. Εγώ σου παρέδωσα τη δική μου και σου είπα να την κάνεις ότι θέλεις. Τώρα είναι η σειρά σου. Θέλω, φοβάμαι και ακούω μουσική και πληγώνομαι και φοβάμαι και θέλω και τρομάζω και σου ξαναλέω την αλήθεια και μου λες ότι το ίδιο νοιώθεις και μου λες να μη φοβάμαι και σου λέω…..
Τρίτη 11 Μαρτίου 2008
Ο μεγάλος σουρεαλιστής.
Αndre Breton(1896-1966):Επιμένω να διευκρινισω ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να
δυσπιστούμε για τη λατρεία ανθρώπων, όσο μεγάλοι κι αν φαίνονται πως είναι.
Έχω μια γνώση πάρα πολύ ασταθή για την συνέχεια της ζωής ώστε να
θεωρήσω σαν καλύτερες στιγμές μου τις στιγμές κατάθλιψης, νωχέλειας. Θέλω να σιωπά κανείς, όταν παύει να συναισθάνεται. Και να καταλάβετε ότι δεν κατηγορώ
την έλλειψη πρωτοτυπίας για την έλλειψη πρωτοτυπίας. Λέγω μόνο πως δεν καταγράφω
τις μηδαμινές στιγμές της ζωής μου, ότι εκ μέρους κάθε ανθρώπου είναι ανάξιο να αποκρυσταλλώνει
εκείνες που του μοιάζουν τέτοιες.Η δύστροπη μανία που συνιστάται στο να ανάγεται το άγνωστο στο γνωστό, σ’αυτό
που είναι δυνατό να ταξινομηθεί, λικνίζει τα μυαλά.Δεν μπορώ να καταλάβω πως στο δρόμo της επανάστασης μπορεί να
υπάρχει δεξιά και αριστερά.Πιστεύω στη μελλοντική λύση αυτών των δύο καταστάσεων, κατ’επίφαση τόσο
αντιφατικών, που είναι το όνειρο και η πραγματικότητα, σ’ένα είδος απόλυτης
πραγματικότητας (surrealite), υπερπραγματικότητας, αν μπορεί κανείς να πει κάτι
τέτοιο.Aν υπάρχει μια ιδέα που ξέφυγε, μέχρι σήμερα από κάθε προσπάθεια για μείωση,
που αντιστάθηκε, στους μεγαλύτερους πεσιμιστές, νομίζουμε ότι αυτή είναι η ιδέα
του έρωτα, που είναι η μόνη ικανή να συμφιλιώνει κάθε άνθρωπο, στιγμιαία ή όχι,
με την ιδέα της ζωής.Στο σουρεαλισμό η γυναίκα θα έχει αγαπηθεί και τιμηθεί σαν τη μεγάλη υπόσχεση
που εξακολουθεί να υπάρχει κι αφού εκπληρωθεί. Το σύμβολο προτίμησης που δίνεται
σ’αυτήν και που αξίζει για έναν μόνο(ας αναλάβει να το ανακαλύψει ο καθένας)
είναι αρκετό να καταδικάσει τον δήθεν δυϊσμό της ψυχής και της σάρκας. Σε τέτοιο
βαθμό είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο σαρκικός έρωτας είναι ένα με τον
πνευματικό.
Δευτέρα 10 Μαρτίου 2008
Με ένα τσιγάρο υπομονής σε περιμένω πάλι......
Χτυπάω το πάτωμα με τα παπούτσια μου. Μοιάζει σαν να θέλω να διώξω το μικρό ξωτικό που έβαλες κρυφά. Το χτυπ
άω με ρυθμό. Τακ τακ τακτακ τακ. Καπνίζω και ένα τσιγάρο υπομονής. Μόνο τέτοια τσιγάρα κάνω. Υπομονής. Ο τοίχος έχει μαυρίσει λίγο και δεν μου κάνει πια εντύπωση. Ο τοίχος...Το παράθυρο…Με δυο κάγκελα θα γινόταν καλύτερη φυλακή απ’ότι είναι. Θα το φροντίσω με τις πρώτες βροχές. Δεν σου μίλησα σήμερα. Όχι ότι δεν είχα το κουράγιο, αλλά να…Κάτι περίεργες λέξεις μου είχαν καρφωθεί στη γλώσσα. Οι μισές μιλούσαν για χωρισμό κι οι άλλες μισές για αγάπη. Δεν ήξερα ποιες να προφέρω κι έτσι σώπασα. Δεν με έπαιρνε, καταλαβαίνεις. Φυσικά και καταλαβαίνεις. Να σου βάλω καφέ; Έχει κρυώσει αλλά μπορώ να τον ζεστάνω αν θέλεις. Να σου βάλω καφέ; Κάτσε όπου βρεις. Θα μαζέψω λίγο τα ρούχα που τα πετάω όπου βρω και θα σου κάνω χώρο. Κάτσε. Πάρε τσιγάρο. Χαμογέλα μου. Μην είσαι κατσούφα. Χαμογέλα. Κοίτα εμένα. Κοίτα πως το κάνω και κάνε το ίδιο. Ανοίγεις ελαφρά το στόμα, μέχρι να φανούν τα δόντια σου. Να, έτσι. Βλέπεις; Δεν χρειάζεται να νοιώθεις κάτι, απλά άνοιξε, να φανούν τα δόντια σου. Αυτό λέγεται χαμόγελο. Το κάνεις πολύ ωραία. Σαν να το κάνεις χρόνια είναι. Μείνε να σε βγάλω μια φωτογραφία. Θέλω να κρατήσω αυτή τη στιγμή για πάντα. Να σου βάλω καφέ; Αχ…βάλε κι εσύ λίγο μουσική. Κάτι να ακούγεται. Σιγά. Βάλε ότι θέλεις. Νομίζω ότι σήμερα είμαι χαρούμενος. Νομίζω. Αν χαρά είναι αυτό που θυμάμαι, που κάνει τους ανθρώπους να κάνει φρουτ φρουτ η καρδιά τους, τότε είμαι χαρούμενος. Χαχα! Τώρα το βουλώνω, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω. (Παύση) Μάτια είναι αυτά; Σαν φλόγες μοιάζουν. Δυο μικρές φλογίτσες που καίνε τα δικά μου μάτια. Αχ, μην τα κλείνεις… μην τα κλείνεις…Θέλω να με κοιτάς. Να με κοιτάς πάντα. Για πάντα. Τρέμουν τα χείλη σου; Να εδώ δεξιά, έτρεμε. Τρέμουν…Και τα δικά μου τρέμουν. Αλλά εγώ το κρύβω. Ξέρω να το κάνω. Δε θα σου το μάθω όμως αυτό. Τρέμουν. Χαμογέλα μου. Όπως σου έμαθα. Χαμογέλα. Η ζωή είναι ωραία. Εσύ μου το είπες. Εσύ μου το είπες πρώτη. Η ζωή…ωραία. Ας είναι φυλακή, βλέπω ουρανό. Να, κάνω έτσι και βλέπω. Πιάσε μου τα χέρια. Είναι ζεστά. Είναι απαλά. Είναι τα χέρια του Θεού. Έτσι πρέπει να είναι και τα δικά του. Σαν τα δικά σου. Να αγγίζουν σαν τα δικά σου, να ζεσταίνουν σαν τα δικά σου. Φίλησέ με. Φίλα με. Φίλα με. Φίλα με. Αγκάλιασε με, σφίξε με. Κι άλλο! Γιατί δεν πίνεις τον καφέ σου; Σου τον ζέστανα, θα κρυώσει. Δεν είναι ωραίος κρύος. Πιες. Να σου πω μια ιστορία; Θέλεις; Θέλεις να κοιμηθείς με μια ιστορία; Θα σου την πω ψυφηριστά. Μην την ακούσουν οι άλλοι… Μια φορά κι ένα καιρό, λέει, υπήρχαν δύο άνθρωποι. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Άγνωστοι….κοιμήθηκες; Κοιμήθηκες; Δεν τελείωσε η ιστορία. Δεν τελείωσε. Μην κουραστείς να μ’αγαπάς. Κοιμήσου. Εγώ θα μείνω εδώ για λίγο ακόμη. Θα σε έχω αγκαλιά και θα σου πω την ιστορία κι εσύ θα την βλέπεις στον ύπνο σου. Κοιμήσου. Ξέρεις, μερικές φορές τα όνειρα, γίνονται πραγματικότητα και άλλες μένουν όνειρα. Σσσς μην ακούσει κανείς. Αυτή η ιστορία, έγινε πραγματικότητα. Σσσς…Αλλά αυτή η ιστορία, θα μείνει όνειρο;
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008
Ταξίδι μιας μέρας.....
Δείξε μου το δρόμο. Μη με αφήσεις μόνο τώρα. Δεν το αντέχω το τώρα. Μίλα μου και δείξε μου το δρόμο. Θυμάμαι ένα λευκό φως που έπεφτε πάνω σου. Ήταν βράδυ. Κυριακή. Ξημέρωνε. Θα σταματούσαμε για σάντ
ουιτς και κοκα κολα αλλά δεν πήγαμε. Θα μιλούσαμε αλλά δεν μιλήσαμε. Θα με αγαπούσες αλλά δεν με αγάπησες. Ακούω τη μουσική μας. Τη δική μας. Αυτή που έβγαλαν τα κορμιά μας με την πρώτη αγκαλιά. Δεν είναι λυπητερή μουσική. Χαρούμενη είναι. Ακούω τη μουσική που έβγαλαν τα κορμιά μας. Κάτι σαν γουργουρητό γάτας. Σου αρέσουν οι γάτες. Θα σου χαρίσω μια να με θυμάσαι. Κάπνισε μαζί μου. Δεν έχω τι άλλο να κάνω και καπνίζω συνέχεια και πίνω ποτά και καπνίζω και με βρίζουν οι φίλοι που σε ερωτεύτηκα και μου λείπει το φως το λευκό που σε φώτιζε εκείνη την Κυριακή και δεν μου αρέσει η γεύση της μέρας και θέλω να περάσουν οι μέρες και τα χρόνια και να σμίξουμε ξανά. Και να σε πάρω πάλι αγκαλιά και να μη φοβάμαι και να σε νοιώθω πάλι κολλημένη πάνω μου και να μην τρέμω και να σου μιλάω και η ανάσα σου να είναι άγρια και πνιχτή μέσα στο αυτί μου την ώρα που με φιλάς και να μένω ξύπνιος για να συντροφεύω τον ύπνο σου και να μην περνάει από το μυαλό μου ότι θα φύγω και αλήθεια δεν θα φύγω. Θα μείνω για πάντα. Για πάντα καθισμένος στο παγκάκι που καθίσαμε με τα υπέροχα πόδια του φεγγαριού που έσμιγαν σαν φρύδια πάνω από το κεφάλι σου και θα σου πω ξανά για τη ζωή που απέφυγα μόνο και μόνο για να είμαι πλάι σου και θα σου πω για τα μικρά αστεράκια που θέλω να κλέψω μόνο για να τα βάλω στα μάτια σου και να ξαναγυαλίσουν όπως τότε και να σου φιλήσω το λαιμό και να ανατριχιάσεις και να μου χαμογελάσεις και να σου χαμογελάσω και να σε σφίξω και να μου πεις φτάνει αλλά ποτέ δεν θα είναι αρκετή μια τέτοια αγκαλιά και να ξημερώσει και να δούμε τον ήλιο και να φάμε τυρόπιτες με κοκα κολα και να σου πω πόσο σε θέλω και να μου πεις για ένα όνειρο που ζεις και να σου πω κι εγώ για το δικό μου και πάλι να με πάρεις αγκαλιά και να μου ψυθηρίσεις στο αυτί πολύ σιγά μη μας ακούσει ο ήλιος ότι με έχεις αγαπήσει λίγο και θα μου δώσεις ένα φιλί στα μάτια που μάλλον κλαίνε και θα σου πω δεν έχω ξανακλάψει και θα με πιστέψεις και θα με φιλήσεις και δεν θα πιω την κοκα κολα μου και θα φύγουμε και θα μείνουμε για λίγο μαζί και θα ακουστεί ο ήχος που θα μας διαλύσει ξανά και πάλι δεν θα ξέρω τι να πω ούτε τι να κάνω, θα είμαι μόνος κι εσύ μόνη και θα φοβάσαι και θα σου λέω μη φοβάσαι έχεις εμένα αλλά θα ξέρεις ότι δεν με έχεις, δεν με είχες ποτέ γιατί δεν υπήρχα. Δεν θα μπορούσα να υπάρχω. Ούτε δίπλα σου, ούτε πουθενά. Είναι όνειρο. Ένα μόνο όνειρο που το χάλασε ένας σπαστικός ήχος που μισώ. Δεν με είχες ποτέ. Δεν θα μπορούσες να με έχεις. Εγώ έχω πεθάνει πολύ πριν σε γνωρίσω. Είμαι νεκρός πριν σε βρω. Δεν σε πρόλαβα. Δεν ήξερα ότι θα έρθεις και πήγα και πέθανα. Δεν το ήξερα. Συγνώμη. Δεν μπορείς να με έχεις. Είμαι νεκρός. Δεν μπορείς. Δεν ήξερα ότι θα έρθεις. Δεν το ήξερα. Συγνώμη. Μην κλαίς. Συγνώμη. Δεν ήξερα και πέθανα. Αν το ήξερα θα άντεχα λίγο παραπάνω. Για λίγο, μόνο για να σε δω. Κι είναι όνειρο. Το χάλασε ο ήχος. Δεν μπορείς να με έχεις. Είναι όνειρο. Δεν μπορείς. Συγνώμη…..
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008
Η Γαλανόλευκος...
Η γαλανόλε
υκος! Μέσα μου θάλασσα! Μέσα μου τίποτα! Ζήτω! Καταστρέφω ότι με πλησιάζει και το πετάω στα σκουπίδια με την υπόκρουση κλαρίνου και με τις μυρωδιές παραδοσιακώνε εδεσμάτωνε από το Πιτ Παζάρ της Θεσσαλονίκης. Η παρθένα συνομήλικη του ξάδερφού μου του Τάσου μου την έπεσε από κοντά και δεν λέει να ξεκολλήσει. Θα τη χτυπήσω την επόμενη φορά που θα μου πει ότι με ερωτεύτηκε για να της αποδείξω την αξία της σιωπής. Άσε με κούκλα μου έχουμε και δουλειές! Μην ξεχάσω! Σιγά μην ξεχάσω! Ξεχνιούνται αυτά; Θα το θυμάμαι όσο ζω, γιατί από εκεί και ύστερα δεν νομίζω. Πάνω από το κεφάλι μου ανεμίζει ανέμελη η γαλανόλευκος και ένας μικρός τσολιάς με ένα λεκέ στη μούρη μου χαμογελούσε σαν άβγαλτο μαθητούδι της πρώτης γυμνασίου που πιστεύει ότι τα μωρά άλλες φορές τα φέρνει ο πελαργός και άλλες οι Αμερικάνοι μέσα σε μαύρες σακούλες! Μη μου μιλάς καθόλου, σου έχω νεύρα! Τι να σου πω καημένη…Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Εγώ δεν ντρέπομαι. Εγώ πίνω την κοκα κολα μου και ρεμβάζω στο μικρό σου μπαλκόνι τα γειτονικά μπαλκόνια της γκόμενας που έτυχε να αγνοεί την ύπαρξη μου και συνουσιαζόταν ανέμελη κι αυτή με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης την ώρα που ο ΑΝΤ1 έδειχνε Αποδείξεις. Ωραίος τρόπος να με χωρίσεις. Πες μου με θες; Πες καλέ! Δεν θα το πω πουθενά. Μυστικό θα είναι. μια στιγμή με καλούν. Πάλι η σπιτονοικοκυρά μου είναι. Η μάνα μου δηλαδή. Μια στιγμή μιλάω. Μιλάω λέμε…Α! «Ξέρω τι έκανες πέρσυ την Τσικνοπέμπτη». Θα το βγάλω στους σινεμάδες να κονομίσω κανέναν οβολό και να μην νοιώθω άβολα. Κουλίτσε θα σου πω αντίο. Σε βαρέθηκα λιγάκι. Δεν μου κάνεις και τίποτα διαφορετικό. Όλο τα ίδια και τα ίδια σε βαρέθηκα. Κάνε μου κάτι βρώμικο. Χώσε μου το πόδι σου στο στόμα μου! Κάτι βρώμικο. Όχι πολύ. Έλα ρε Κουλίτσα…κάτι να έχω να θυμάμαι. Τι θα θυμάμαι, τον καφέ που ήπιαμε στο Μοναστηράκι και μετά έφυγες με εκείνον τον ψηλό τα φαντάρο; Κάνε κάτι βρώμικο….
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008
Μίλα μου
Στη σκιά του χρόνου κρύφτηκε
Μια ασύνδετη ανάγκη
Όνειρο ατρόμητο με παρασέρνει στα βαθιά
Ρεμβάζοντας αθώο με κρούνους αναβλύζει ό,τι μας σκλαβώνει
Ας ήταν να είχα μια ώρα άχρονη
Νά’ριχνα στο κενό ό,τι σε καθυστερεί
Νά’δειχνα στη μνήμη σου ό,τι θεωρεί ξεχασμένο
Τότε θα έκανες κουπί σε ανέμους διαολεμένους και χρόνους βιαστικούς
Θα ήσουν δυνατή να μας πας σε μέρη ξεκούραστα και τόπους ανθρωπινότερους
Βλέπω την τρύπα απ’όπου φεύγουν όλες οι στιγμές
Ξέρω τον τρόπο να τις ζούμε στην απέραντη παροντικότητα τους
Μόνο μίλα μου.
Κυριακή 2 Μαρτίου 2008
ΕΥΚΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ (PAUL ELUARD)
Εύκολο είναι ωραίο κάτω απ’τα βλέφαρά σου
Όπως η ομήγυρη της ηδονής
Χορός και η συνέχεια
Είπα ο πυρετός
Το καλύτερο επιχείρημα της φωτιάς
Να’σαι χλωμή και φωτεινή
Χίλιες στάσεις πρόσφορες
Χίλιες περιπτύξεις λυμένες
Ξαναγίνονται και πάνε σβήνοτας
Σκοτεινιάζεις αποκαλύπτεσαι
Μια μάσκα την εξημερώνεις
Σου μοιάζει έντονα
Κι έτσι ακόμα πιο καλά φαίνεσαι γυμνή
Γυμνή στη σκιά μέσα και γυμνή θαμπωμένη
Σαν ουρανός με ρίγη από αστραπές
Παραδίνεσαι στον εαυτό σου
Για να παραδοθείς στους άλλους.
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008
"America"
Πότε θα πάμε; Πάμε τώρα; Πάμε κάποτε! Μη μείνουμε άλλο εδώ. Βαρέθηκα! Θα σου φτιάξω καφέ να πιούμε και μετά φεύγουμε. Έτσι, χωρίς λεφτά. Θα δουλέψουμε! Ξέρω να πλένω πιάτα, να σκουπίζω, ξέρω πολλά να κάνω! Στο τέλος θα σε πείσω. Δεν θέλω να πάω μόνος μου! Μαζί! Πάμε…Δεν σου έχω χαλάσει χατίρι ποτέ! Μη μου χαλάς το δικό μου τώρα! Πιες τον καφέ σου και πάμε! Θα είναι ωραία, θα δεις…Δεν θα είναι σαν εδώ. Θα είναι ωραία, θα δεις! Εκεί θα γελάμε συνέχεια! Θα μιλάμε στον κόσμο και δεν θα μας καταλαβαίνει κι εμείς θα γελάμε! Θα δουλέψουμε. Έχουμε λεφτά. Θα πάρω να φοράω και το μπλε μπουφάν που μου πήρες την Πρωτοχρονιά. Εδώ δεν το φοράω, εκεί σίγουρα. Πάμε….Πότε θα πάμε; Έλα…Θα σου το λέω συνέχεια και δεν θα σε αφήσω να πιεις τον καφέ σου. Δεν κάνω σαν παιδί, μην το ξαναπείς. Γιατί να μεγαλώσω; Αφού παιδί γεννήθηκα, γιατί να μεγαλώσω; Θα δεις θα είναι ωραία. Θα είμαστε στο κέντρο του κόσμου! Θα σε μάθω να κάνεις και πατίνια! Έχει μεγάλα πάρκα εκεί και θα κάνουμε πατίνια! Πάμε…δεν θα έχει βέβαια φραπέ, αλλά θα πάρουμε από εδώ. Κι αν μας τελειώνει θα λέμε να μας στέλνουν. Έχει μεγάλα πάρκα. Εκεί, έχει κάτι ωραία παγκάκια που κάθονται οι άνθρωποι. Και είναι ξύλινα με ωραία πόδια. Θα καθόμαστε κι εμείς σ’αυτά τα ωραία παγκάκια με τα ωραία πόδια. Θα είναι ωραία, θα δεις…Πάμε…Θα διαβάζουμε και τα βιβλία τους. Αφού σου αρέσει να διαβάζεις. Θα γνωρίσουμε ανθρώπους εκεί. Είναι πάρα πολλοί. Όπου και να κοιτάξεις θα βλέπεις ανθρώπους. Δεν θα είμαστε ποτέ μόνοι. Θα γνωρίσουμε! Θα είμαστε στο κέντρο του κόσμου. Θα ανεβαίνουμε στα ψηλά τους κτήρια και θα κοιτάζουμε κάτω. Θα είμαστε πολύ ψηλά και θα σε προσέχω μην πέσεις. Και θα κοιτάζουμε κάτω. Τους δρόμους και τα αυτοκίνητα και τους ανθρώπους στα παγκάκια που διαβάζουν. Έχουν ωραία παγκάκια. Και θα πίνουμε ζεστές σοκολάτες στα καφέ και καφέδες και το βράδυ μπύρες. Και θα ακούμε μουσική. Τη μουσική τους. Και θα τρώμε τα φαγητά τους. Τηγανιτές πατάτες! Κάθε μέρα θα τρώμε τηγανιτές πατάτες! Ξέρω ότι σου αρέσουν. Πάμε…Θα είναι ωραία, θα δεις. Πιες τον καφέ σου και πάμε. Πάω να φορέσω το μπλε μπουφάν που μου πήρες την Πρωτοχρονιά. Εκεί θα το φοράω κάθε μέρα!
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008
Το κωμικό παιδί.
Το κωμικό παιδί που δέσατε με τα δεσμά του γέλιου έσπασε. Βγήκαν σκουλήκια και πεταλούδες από το δέρμα του. Τα μάτια του έγιναν διαμάντια και σας κοίταζε μέχρι και την τελευταία στιγμή. Γελάσατε το ξέρω, αλλά τώρα είναι αργά. Φοβόταν πως θα έφτανε η ώρα αυτή και πάντα κρυβόταν μόνο του σε ένα σκοτάδι. Έπρεπε να ήταν τυφλό για να μη δει τα γέλια σας. Αυτό δεν γελούσε. Φοβόταν. Το κωμικό παιδί δεν υπάρχει πια. Έπρεπε να φύγει και να γυρίσει οργισμένο. Καμιά μπαλάντα δεν θα το έκανε να κλάψει πια. Καμιά γυναίκα δεν θα το πονούσε πιο πολύ από’τι το ίδιο τον εαυτό του. Αγόρασε μια σοκολάτα και έκατσε δίπλα στο παγκάκι που καθόταν με κάποια. Δεν θυμάται με ποια. Το όνειρο δεν είναι πια για να το λες. Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και κάτι είπε. Δεν το άκουσε κανείς να μιλάει. Μόνο τα χείλη κουνήθηκαν, αλλά τα είχε πει όλα. Έτσι, στο τέλος. Όλα. Δεν είχε πια φωνή. Δεν θα γελούσατε πια με τα αστεία του. Δεν θα έκανε γκάφες για σας. Θα ήθελε να ζήσει και θα ζούσε. Όπως ήθελε. Ήταν μεθυσμένο. Πολύ μεθυσμένο. Έπινε όλο το βράδυ, μόνο του. Κάποια το κοίταζε να πίνει και το πλησίασε. Το κωμικό παιδί δεν τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του από το ποτήρι. Το κωμικό παιδί δεν είχε ανάγκη τίποτα περισσότερο από αυτό το ποτήρι. Πρόσθεσε λίγο τζιν στον καφέ του, όπως έκανε παλιά και τον ήπιε με τη μια. Δεν κοίταζε γύρω του. Ακόμα βρισκόταν μέσα σε μια δίνη που στροβιλιζόταν γύρω του. Δεν το άγγιζε όμως το κωμικό παιδί. Δεν είχε πια αστεία να πει. Δεν ήθελε. Άκουσε λίγη μουσική και μετά ξάπλωσε. Ωραία μέρα σκέφτηκα για να πεθάνει κανείς. Αλλά δεν πέθανε. Το άλλο πρωί, πλήθος κόσμου έξω από την πόρτα του περίμεναν για ένα του αστείο. Τσάμπα περίμεναν. Το κωμικό παιδί δεν είχε αστεία. Ήταν τύφλα στο μεθύσι και ξέρναγε στα πατώματα. Δεν το είχαν ξαναδεί έτσι. Δεν ήθελε να τον ξαναδούν έτσι.
Το Δωμάτιο...

Τώρα είναι η ώρα. Οι αναβολές είναι για τους ηλίθιους. Στάσου μπροστά και μίλα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο και οι λέξεις θα κολλάνε, αλλά πρέπει. Τώρα. Πρέπει. Κοίταξε τη μούρη σου στον καθρέφτη. Κοίτα και πες μου τι βλέπεις. Είσαι εσύ; Τώρα. Πάρε τσιγάρο και πες μου. Είσαι εσύ; Σε αναγνωρίζεις; Ξέρεις τι είναι μαλάκα αυτό το δωμάτιο; Μια ζωή. Ολόκληρη. Μια ζωή χαμένη σε τέσσερις τοίχους και ένα παράθυρο. Βάσανο το παράθυρο. Ξέρεις τι είναι να κοιτάζεις τους γείτονες, τις ζωές τους, γιατί δεν έχεις δικούς σου να δεις. Τώρα είναι η ώρα. Ένας καναπές, μια λάμπα και ένα γραφείο είναι η μόνη σου περιουσία κι αυτή λειψή. Τώρα. Το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει. Μπορεί να το έσπασα και να μην το θυμάμαι. Ο δρόμος δεν βγάζει ποτέ ανθρώπους από εδώ. Είναι σαν καταραμένο αυτό το μέρος και έπεσε σε μένα ο κλήρος να το φροντίζω. Και το φρόντισα όλη μου τη ζωή. Μια ζωή…τι ζωή…; Για ποια ζωή μου μιλάς; Η ζωή είναι προνόμιο άλλων, όχι για μας. Εμείς έχουμε το δωμάτιο. Κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις. Το δωμάτιο έγινε η ζωή μας κι αυτό γιατί δεν τολμήσαμε να βγούμε απ’αυτό. Από μικρός μεγάλωνα με ένα φόβο. Μην κάνεις λάθος…μην κάνεις λ ά θ ο ς…Και δεν έκανα. Δεν έκανα κανένα λάθος. Δεν έχω να θυμάμαι κανένα λάθος. Ξέρεις τι είναι μαλάκα, να μην έχεις να θυμάσαι; Οι κουρτίνες στο δωμάτιο ήταν πάντα κλειστές. Μη μας βλέπουν οι γείτονες. Λες και κάναμε μασωνίες μέσα και δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Μια φορά διανοήθηκα να τραβήξω την κουρτίνα λίγο και μαζεύτηκαν όλοι να δουν. Έχω τρία μολύβια μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Δεν γράφει κανένα. Αρνούνται. Το βράδυ, παίζει μια απαλή μουσική και ένα αμυδρό κόκκινο φωτίζει το ταβάνι του δωματίου. Δεν είμαι ποτέ μόνος το βράδυ. Φτιάχνω ανθρώπους και τους μιλάω, τους ερωτεύομαι και αγαπάω κάτι σκιές που δεν υπάρχουν. Δεν μπορεί να τις δει κανείς, μόνο εγώ. Οι άλλοι λένε πως είμαι ζαβό, αλλά δεν είμαι. Απλά ζω στο δωμάτιο. Εδώ μέσα η Δευτέρα ξημερώνει από την Κυριακή και ξανά Δευτέρα και ξανά Δευτέρα και ξανά…Τώρα είναι η ώρα. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα και αγγίζω τα χέρια μου, τα πόδια μου, το κεφάλι μου, για να μην ξεχνάω ότι υπάρχω. Έφηβος, ανά τους αιώνες. Αρνούμαι να μεγαλώσω για να μη θυμηθώ πως. Και πότε. Καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο χωρίς κανένα λόγο. Αλλά ξέχασα, ζω στο δωμάτιο και εδώ μέσα δεν υπάρχουν λόγοι. Ο παραμικρός ήχος μπορεί να μου θυμίσει ζωή και να με κάνει να πιω μέχρι αηδίας. Η παραμικρή κίνηση. Κάθομαι και χαζεύω τις γάτες. Κι αν κάποια στιγμή μια απ’αυτές με κοιτάξει χαίρομαι σαν μικρό παιδί και θέλω να την κάνω φίλη μου. Φίλη μου για μια ζωή. Κι αν μου πεθάνει θα κλαίω. Ερωτεύτηκα. Πόνεσα. Μίσησα. Έχουν ποτίσει οι τοίχοι από γέλια, φωνές, κλάματα. Όλα σιωπηλά. Σσσς…Μην ακουστεί το παραμικρό συναίσθημα. Σσσς….Μπορείς να γελάσεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να κλάψεις, αλλά από μέσα σου, μπορείς να φωνάξεις, αλλά από μέσα σου. Κι όταν το από μέσα βγει. Θα γίνει βουνό. Θα γίνει ποτάμι. Θα γίνει καταιγίδα και κεραυνός και θα διαλύσει τους τοίχους, τον καναπέ και τη λάμπα και δεν θα υπάρχει πια δωμάτιο και τότε θα είμαι γυμνός. Τώρα είναι η ώρα. Σαν μια μάζα ανθρώπων, που η κραυγή τους ξεκινάει σιωπηλά σαν λειτουργία το Πάσχα και γίνεται…και γίνεται κύμα και σε παρασύρει. Τώρα είναι η ώρα. Τώρα που οι τοίχοι άρχισαν να ξεφτίζουν. Τώρα που το δωμάτιο βαριανασαίνει. Τώρα που έχει ήλιο έξω. Κοίταξε λίγο τον καθρέφτη. Τι βλέπεις; Έχει είδωλο; Τώρα είναι η ώρα….
Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
Σχεδία...
Ένα δωμά
τιο φυλακή και ο προαυλισμός μου το ποτό που πίνω κάθε βράδυ να ξεχάσω ότι θυμάμαι ακόμη. Μείνε εκεί. Μην κινείσαι, είσαι σαν στόχος. Πάρε τσιγάρο αν θες και κάτσε. Θα ανάψω κι εγώ ένα. Όταν πεθάνω θα λένε... «Κάπνιζε. Κάπνιζε σαν φουγάρο αλλά ο καργιόλης ήταν το πιο χαρούμενο πτώμα που έχουμε δει»! Έτσι θα λένε, το πιστεύω. Πάλι συνάχι έχεις; Σε θυμάμαι, εκείνη τη μέρα στο Μουσείο. Πάλι συνάχι είχες. Λέω να φορέσω τα καλά μου σήμερα και να βγούμε μια βόλτα. Τι λες; Αν θυμηθώ βέβαια που τα έχω. Έχω να βγω από εδώ μέσα πολύ καιρό και ξέχασα που τα καταχώνιασα. Μου έπιαναν χώρο. Είδες; Τώρα που τα χρειάζομαι…Τέλος πάντων…Γιατί δεν μιλάς; Μίλα. Τι περιμένεις να πω εγώ; Θα πάρω γάτα σου το είπα; Γάτα. Έτσι δεν θα είμαι μόνος μου. Χαμογέλα λίγο…Θες να σου κάνω γκριμάτσες; Μάλλον δεν θες. Φοβόμουν να σε πάρω. Πέθαινα για να σε πάρω αλλά…Σήκωνα το τηλέφωνο και το ξαναέκλεινα σαν τα μικρά παιδιά. Πάνε χρόνια ε; Αιώνες; Μη με κοιτάς, μίλα. Δεν μπορώ μόνος μου. Για λίγο πέρασε από το μυαλό μου να έρθω να σε βρω αλλά και πάλι…Γιατί δεν μιλάς; Θέλω να βάλω τα καλά μου και να βγούμε μια βόλτα. Οι δύο μας. Μια βόλτα. Αν…Τίποτα. Κοίταξε με. Κοίτα με. Πάει καιρός, το ξέρω. Άσε με λίγο, για λίγο. Ξυπνάω, κοιμάμαι, δουλεύω. Δε ζω. Ποια ζωή; Τι ζωή; Το λεωφορείο, το νοίκι, τα σκατά…κι εσύ; Εσύ που είσαι; Τι κάνεις; Ξέχασα πια τι αγαπάς, τι μισείς. Με τι γελάς, με τι κλαις. Ξέχασα τα μαλλιά σου, τα χέρια σου, τα χείλη σου. Δεν θυμάμαι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο πίσω απ’το άλλο και δεν υπάρχω. Μένω εδώ. Μιλάω με ανθρώπους που δεν ξέρω και δεν μιλάμε. Βγάζουμε φθόγγους που δεν έχουν κανένα νόημα. Γράμματα στη σειρά που σχηματίζουν προτάσεις χωρίς ειρμό. Κι εσύ που είσαι; Σε ένα πάρκο ζούσε ένα κοριτσάκι. Δεν είχε γονείς και ήταν μόνο. Είχε κάνει σπίτι του ένα παγκάκι. Το σιχαίνονταν όλοι, γιατί ήταν βρωμιάρικο. Αλλά αυτό τους κοιτούσε κάθε μέρα, να περνάνε και να πηγαίνουν στις δουλειές τους, καλοντυμένοι. Γι’αυτούς, δεν υπήρχε το κοριτσάκι. Δεν το είχαν κοιτάξει ποτέ στα μάτια. Πάντα φοβόμουν ότι κανείς δεν θα με θυμάται. Μη με ξεχάσεις. Κοίτα με στα μάτια και κράτα με. Μη με ξεχάσεις. Εγώ άρχισα να ξεχνάω. Να με θυμάσαι. Μπορεί να μην θες να με αγγίζεις, να μου γελάς ή να με αγαπάς. Να μη θες να σε φιλάω, να σε σκεπάζω τα βράδια όταν ψήνεσαι στον πυρετό, να σου λέω πόσο γλυκιά είσαι με το συνάχι σου. Μπορεί να θες να φύγεις και να μην πατήσεις ποτέ το πόδι σου ξανά σε αυτό το δωμάτιο. Αλλά μη με ξεχνάς. Ζήσε, αλλά κράτα ένα κομμάτι στο κεφάλι σου μόνο για μένα. Ένα μικρό. Κι όποτε θες, μπορείς να έρχεσαι να βλέπεις τη γάτα. Το κοριτσάκι του πάρκου πέθανε. Δεν το θυμάται κανείς, γιατί δεν το κοίταξε κανένας στα μάτια.
Απάντηση.......
Σου χάλασα τη μόστρα χαμαλοραγιά; Αρνείσαι ότι με γνωρίζεις για να μην πέσει πάνω σου μια στάλα από τη βρωμιά μου; Είμαι άνεργος, βρωμιάρης και τεμπέλης, αν αυτό σε ευχαριστεί. Δεν αρνούμαι την αποτυχία της χρονιάς όπως εσύ αρνείσαι την αποτυχία της ράτσας σου. Δεν τη φοβάμαι. Εσύ; Σήμερα πόσες μασχάλες έγλυψες; Σε πόσους είπες, τι καλοί που είναι; Εγώ σε κανέναν! Εγώ δεν θυμώνω όταν με πουν άχρηστο. Δεν μου καίγεται καρφί. Πόσες φορές έσκυψες σήμερα; Δεν σε ξεπλένει τίποτα μικρέ μου παντοκράτορα. Σαπίζεις για ένα κομμάτι ψωμί κι αυτό βρώμικο. Βρωμάς όπως κι εγώ, με τη μόνη μας διαφορά, εγώ το παραδέχομαι. Σκυλάκι του καναπέ που το μάλωσε η μαμά του είσαι, μαλάκα. Μη με κοιτάς, μη μου μιλάς, γιατί εγώ τόλμησα και σας έφτυσα στη μούρη. Λίγο σάλιο δεν θα σας κάνει κακό! Μου θυμίζεις ένα στρατόκαυλο που είχα στο στρατό, που με κατηγόρησε για δολιοφθορά και σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης, όταν του ξεσκέπασα κομπίνα που θα μπορούσε να τον κλείσει φυλακή. Πόσο χαζός είσαι; Θυμάσαι που έπεσες τόσο χαμηλά να γλύψεις κι εμένα; Εμένα, τον αποτυχημένο, που δεν τολμάς τώρα να γυρίσεις να δεις για δεύτερη φορά. Μπορείς να κάνεις, ότι θέλεις. Ακόμα και να με χτυπήσεις, γιατί τόλμησα να πω για σένα. Μπορείς ακόμα και να με πας στα δικαστήρια γιατί είπα για την πουλημένα φάρα σου. Δεν παίζω μαζί σου. Βαριέμαι να παίζω και να ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Στο τέλος η νίκη θα είναι δική σου, γιατί εγώ είμαι μόνος. Τα φασιστότεκνα που γλύφεις για να πληρώσεις το νοίκι σου δεν θέλουν και πολύ να σε αφήσουν χωρίς νοίκι. Αυτό να θυμάσαι. Ο λόγος, είναι πάντα ελεύθερος. Αν μπορούσες μια στιγμή να σκεφτείς σαν άνθρωπος και όχι σαν ποντίκι θα έβλεπες που κυλιέσαι. Δεν τα βλέπεις τα σκατά που έπεσες; Δεν μπορείς να τα δεις; Βρωμάτε και δεν έχω καμία όρεξη να βρωμίσουμε παρέα. Εκεί που φτύνω δεν κυλιέμαι και πολύ περισσότερο δεν γλύφω. Και συνεχίζω το αποκριάτικο πρόγραμμά μου…με εμβατήρια!
Επίκαιρο...
Ο Αββακούμ περπατά μαζί με τη γυναίκα του στους πάγους της Σιβηρίας.
Η γυναίκα του αρχιεπισκόπου:
«Θα υποφέρουμε για πολύ, αρχιεπίσκοπε;»
Αββακούμ:
«Κόρη του Μάρκου, μέχρι το θάνατο».
Κι εκείνη αναστενάζοντας:
«Καλά, γιε του Πέτρου, ας περπατήσουμε τότε».
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008
Το μπαρ....
Ένα ποτό. Κι άλλο ένα. Σαν ιδέα που δεν ειπώθηκε. Διπλό βάλε. Μουσική. Βαριά. Σαν τα βλέφαρά μου. Βαριά. Το μπαρ. Σαν Νεοϋορκέζικο μπλουζάδικο που ζητά δικαίωση μοιάζει. Φορούσα μαύρο μπουφάν που τώρα κυλιέται στο πάτωμα. Βρομιά. Μοιράσου λίγο από το τσιγάρο σου μαζί μου και μετά φύγε. Μπορείς να φύγεις. Ξημερώνει…Ο μπάρμαν μοιάζει με ένα παιδικό μου φίλο. Χαθήκαμε. Μπορεί να είναι κι αυτός, δεν ξέρω. Δεν θέλω καυγάδες. Πιες το ποτό σου και φύγε. Εγώ θα μείνω για λίγο. Είχαμε ξανάρθει εδώ, θυμάσαι; Καθίσαμε εκεί. Δίπλα στη μπάρα. Θυμάσαι; Κάπνιζα ακατάπαυστα, θυμάσαι; Μου πήρες το πακέτο και το έχωσες στο σουτιέν σου, λες και θα κώλωνα να χώσω το χέρι μου και να το πάρω. Δεν το πήρα όμως. Προτίμησα να κάνω από τα δικά σου. Είχα τον τρόπο. Θυμάσαι; Σε κοιτούσα μόνο, θυμάσαι, δεν σου μίλησα. Μόνο όταν μου το ζήτησες, θυμάσαι; Μόνο τότε σου είπα κάτι. Δεν θυμάμαι τι. Κάπνιζα ακατάπαυστα. Από τα δικά σου. Κάτι Καρέλια, άθλια. Μπορεί να έβρεχε, γι’αυτό χωθήκαμε εδώ μέσα. Σε κοιτούσα. Ναι, σίγουρα έβρεχε. Θυμάσαι; Μου χαμογέλασες και δεν ξέρω το λόγο. Δεν είπα ποτέ κάτι αστείο. Φορούσες φόρεμα θυμάσαι; Ένα λευκό φόρεμα και ήσουν μούσκεμα. Βρεγμένη ως το κόκαλο. Μου ζήτησες να σου ανάψω το τσιγάρο. Φύσηξες τον καπνό και με φίλησες. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο. Πάλι έπαιζε αυτό το κομμάτι θυμάσαι; Αργά…θυμάσαι; Οι κουρτίνες του μπαρ χόρευαν με τον αέρα. Μου είπες να χορέψουμε. Σου είπα, όχι. Πραγματικά δεν ήθελα. Έκανες τη θυμωμένη και με ξαναφίλησες, θυμάσαι; Θυμάσαι; Ήπια το πρώτο ποτό γρήγορα σαν να έπινε νερό ένας διψασμένος και πήρα δεύτερο και τρίτο και τέταρτο. Έπρεπε. Θυμάσαι τι μου είπες; «Πάρε με»… Πάρε με….Τώρα μου φαίνεται αστείο. Οι καρέκλες, τόσο άβολες καρέκλες λες και κουβαλούσαν μνήμες χωρισμών και ερώτων και κλάματα και γέλια και φιλιά αιώνων. Πέρασε η ώρα. Θυμάσαι; Μίλα μου…Μη με αφήνει μόνη, μίλα μου, έτσι μου είπες. Σίγουρα έβρεχε. Πέρασα το χέρι μου στη μέση σου και σου δάγκωσα τα χείλη να σε πείσω. Μη χαθείς…σου το είπα στο αυτί αλλά μάλλον η μουσική ήταν τόσο δυνατά που δεν το άκουσες. Θυμάσαι; Γιατί να βρεθήκαμε εδώ; Γιατί σ’αυτό το μέρος; Σαν μπουρδέλο είναι. Χόρευες όλη τη νύχτα κι όταν κουραζόσουν με αγκάλιαζες. Χόρευες και με κοιτούσες. Σαν θήραμα. Πέταξα το τσιγάρο μου στο πάτωμα και σε πλησίασα και τότε κατάλαβες, θυμάσαι; Σε πήρα και φύγαμε, θυμάσαι; Είχε ξημερώσει όπως τώρα, θυμάσαι; Τα πάντα βρεγμένα έξω κι οι δύο μας σαν να βρισκόμαστε σε άλλον πλανήτη, περπατούσαμε στους άδειους δρόμους, χωρίς να ζητάμε κάτι ή χωρίς προορισμό. Θυμάσαι; Κι όταν τα ρούχα σου βρέθηκαν στο πάτωμα τότε…Πιες το ποτό σου και φύγε. Ξημέρωσε…
Ο μπάτσος και άλλα ασπόνδυλα....
Ο μπάτσος που εκ γενετής μου κάρφωσαν στο πλευρό να με προσέχει βρίσκεται στο νεκροκρέβατο. Θέλω να πω λόγ
ια ευχαριστίας και να τον καλέσω να έρθει να φάμε για τελευταία φορά τα ποτισμένα με αρσενικό μπισκοτάκια μου. Δεν φταίω εγώ που αργοσβήνει ανέμελος κραδαίνοντας σημαία κατακόκκινη. Μπάτσος ανέτρεψε το καθεστώς μου και μου επέβαλε τη σιωπή μου. Η σιωπή μου προς απάντησή σου του είπα με ύφος σνομπ, που μου αρέσει και έκλασα ανάμεσα στα μάτια του. Δεν πήρε μυρωδιά. Συνήθως βάζω την ελληνική αστυνομία να διαβάζει πρώτη τα γραπτά μου. Αυτή τη φορά δεν μπορώ γιατί…Έλα μου ντε! Αλλά να σου πω αστυνομικούλη μου, είσαι για μια παρτίδα κουμ καν; Θα σε ξεσκίσω! Καλοντυμένοι γραβατοφόροι και εκ πρωκτού συνουσιαζόμενοι βάλτε φωνή βροντερή να σταματήσει το αίσχος! Ποιο κωλόπαιδο, αναρχικός, εχθρός του κράτους είπε την κακία ότι οι αστυνομικούληδες είναι φασίστες; Φασίστες είστε και φαίνεστε και μια γαϊδούρα παντρεύεστε! Που θα μου πείτε εμένα! Μην ακούσω λέξη. Σκασμός! Μιλάει ο υπουργός! Σκασμός είπα. Οι μπάτσοι είναι φίλοι μας. Είναι εδώ για μας. Προχθές στην πορεία υπήρχε κλίμα κατάνυξης. Σαν μυσταγωγία που δύσκολο να την περιγράψω. Ήταν σαν εκκλησίασμα που δεν πρόλαβε να ακούσει το Χριστός Ανέστη και ξεπετάχτηκε στο δρόμο να το γιορτάσει. Δακρυσμένοι διαδηλωτές που δεν ήξεραν αν κλαίνε από τα δακρυγόνα, από το ξύλο ή από την ιερότητα της στιγμής. Η στιγμή που περνάει και χάνεται, χάνεται, χάνεται, χαν…Μην πεις κουβέντα. Κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα! Ποιος είσαι; Ο Μάκης; Δεν θέλω να ξανακούσω τι κακοί άνθρωποι είναι οι μπάτσοι. Δεν μπορώ να το ξανακούσω. Σημείωση. Ο μπάτσος δεν είναι γουρούνι. Πότε δεν είδα το συμπαθές τετράποδο να βαράει άλλα συμπαθή τετράποδα γιατί δεν του άρεσε το μουγγανιτό τους. Βρωμάνε τα ποδάρια σου, το ξέρεις; Δεν φταίνε οι καημένοι…εντολές εκτελούν! Να συλληφθεί ο απαίσιος δήμαρχος που τοποθετεί ζαρντινιέρες σε χώρους προορισμένους για αστυνομικά βασανιστήρια. Τι φταίει, τώρα ο ακίνδυνος αστυνομικούλης αν το κωλόπαιδο, άπλυτος και χασομέρης σκόνταψε και έπεσε πάνω στη ανυποψίαστη ζαρντινιέρα που έβαλε εκεί το χέρι της αντίδρασης για να ενοχοποιήσει την συμπαθή τάξη των αστυνομικών; Σκάστε! Αυτά είναι προβοκάτσιες! Ακόμα να ξεψυχήσει ο πούστης; Άντε έχουμε και δουλειές! Δεν θα σε περιμένω όλη μέρα. Δεν φταίνε οι μπάτσοι που πάνε σαν τους Χιώτες δυο δυο. Οι μπάτσοι που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας φταίνε. Αυτά τα δεξιοκρατούμενα ανθρωποειδή. Σκοτώστε τα!!!
