Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2008
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
Σχεδία...
Ένα δωμά
τιο φυλακή και ο προαυλισμός μου το ποτό που πίνω κάθε βράδυ να ξεχάσω ότι θυμάμαι ακόμη. Μείνε εκεί. Μην κινείσαι, είσαι σαν στόχος. Πάρε τσιγάρο αν θες και κάτσε. Θα ανάψω κι εγώ ένα. Όταν πεθάνω θα λένε... «Κάπνιζε. Κάπνιζε σαν φουγάρο αλλά ο καργιόλης ήταν το πιο χαρούμενο πτώμα που έχουμε δει»! Έτσι θα λένε, το πιστεύω. Πάλι συνάχι έχεις; Σε θυμάμαι, εκείνη τη μέρα στο Μουσείο. Πάλι συνάχι είχες. Λέω να φορέσω τα καλά μου σήμερα και να βγούμε μια βόλτα. Τι λες; Αν θυμηθώ βέβαια που τα έχω. Έχω να βγω από εδώ μέσα πολύ καιρό και ξέχασα που τα καταχώνιασα. Μου έπιαναν χώρο. Είδες; Τώρα που τα χρειάζομαι…Τέλος πάντων…Γιατί δεν μιλάς; Μίλα. Τι περιμένεις να πω εγώ; Θα πάρω γάτα σου το είπα; Γάτα. Έτσι δεν θα είμαι μόνος μου. Χαμογέλα λίγο…Θες να σου κάνω γκριμάτσες; Μάλλον δεν θες. Φοβόμουν να σε πάρω. Πέθαινα για να σε πάρω αλλά…Σήκωνα το τηλέφωνο και το ξαναέκλεινα σαν τα μικρά παιδιά. Πάνε χρόνια ε; Αιώνες; Μη με κοιτάς, μίλα. Δεν μπορώ μόνος μου. Για λίγο πέρασε από το μυαλό μου να έρθω να σε βρω αλλά και πάλι…Γιατί δεν μιλάς; Θέλω να βάλω τα καλά μου και να βγούμε μια βόλτα. Οι δύο μας. Μια βόλτα. Αν…Τίποτα. Κοίταξε με. Κοίτα με. Πάει καιρός, το ξέρω. Άσε με λίγο, για λίγο. Ξυπνάω, κοιμάμαι, δουλεύω. Δε ζω. Ποια ζωή; Τι ζωή; Το λεωφορείο, το νοίκι, τα σκατά…κι εσύ; Εσύ που είσαι; Τι κάνεις; Ξέχασα πια τι αγαπάς, τι μισείς. Με τι γελάς, με τι κλαις. Ξέχασα τα μαλλιά σου, τα χέρια σου, τα χείλη σου. Δεν θυμάμαι. Καπνίζω το ένα τσιγάρο πίσω απ’το άλλο και δεν υπάρχω. Μένω εδώ. Μιλάω με ανθρώπους που δεν ξέρω και δεν μιλάμε. Βγάζουμε φθόγγους που δεν έχουν κανένα νόημα. Γράμματα στη σειρά που σχηματίζουν προτάσεις χωρίς ειρμό. Κι εσύ που είσαι; Σε ένα πάρκο ζούσε ένα κοριτσάκι. Δεν είχε γονείς και ήταν μόνο. Είχε κάνει σπίτι του ένα παγκάκι. Το σιχαίνονταν όλοι, γιατί ήταν βρωμιάρικο. Αλλά αυτό τους κοιτούσε κάθε μέρα, να περνάνε και να πηγαίνουν στις δουλειές τους, καλοντυμένοι. Γι’αυτούς, δεν υπήρχε το κοριτσάκι. Δεν το είχαν κοιτάξει ποτέ στα μάτια. Πάντα φοβόμουν ότι κανείς δεν θα με θυμάται. Μη με ξεχάσεις. Κοίτα με στα μάτια και κράτα με. Μη με ξεχάσεις. Εγώ άρχισα να ξεχνάω. Να με θυμάσαι. Μπορεί να μην θες να με αγγίζεις, να μου γελάς ή να με αγαπάς. Να μη θες να σε φιλάω, να σε σκεπάζω τα βράδια όταν ψήνεσαι στον πυρετό, να σου λέω πόσο γλυκιά είσαι με το συνάχι σου. Μπορεί να θες να φύγεις και να μην πατήσεις ποτέ το πόδι σου ξανά σε αυτό το δωμάτιο. Αλλά μη με ξεχνάς. Ζήσε, αλλά κράτα ένα κομμάτι στο κεφάλι σου μόνο για μένα. Ένα μικρό. Κι όποτε θες, μπορείς να έρχεσαι να βλέπεις τη γάτα. Το κοριτσάκι του πάρκου πέθανε. Δεν το θυμάται κανείς, γιατί δεν το κοίταξε κανένας στα μάτια.
Απάντηση.......
Σου χάλασα τη μόστρα χαμαλοραγιά; Αρνείσαι ότι με γνωρίζεις για να μην πέσει πάνω σου μια στάλα από τη βρωμιά μου; Είμαι άνεργος, βρωμιάρης και τεμπέλης, αν αυτό σε ευχαριστεί. Δεν αρνούμαι την αποτυχία της χρονιάς όπως εσύ αρνείσαι την αποτυχία της ράτσας σου. Δεν τη φοβάμαι. Εσύ; Σήμερα πόσες μασχάλες έγλυψες; Σε πόσους είπες, τι καλοί που είναι; Εγώ σε κανέναν! Εγώ δεν θυμώνω όταν με πουν άχρηστο. Δεν μου καίγεται καρφί. Πόσες φορές έσκυψες σήμερα; Δεν σε ξεπλένει τίποτα μικρέ μου παντοκράτορα. Σαπίζεις για ένα κομμάτι ψωμί κι αυτό βρώμικο. Βρωμάς όπως κι εγώ, με τη μόνη μας διαφορά, εγώ το παραδέχομαι. Σκυλάκι του καναπέ που το μάλωσε η μαμά του είσαι, μαλάκα. Μη με κοιτάς, μη μου μιλάς, γιατί εγώ τόλμησα και σας έφτυσα στη μούρη. Λίγο σάλιο δεν θα σας κάνει κακό! Μου θυμίζεις ένα στρατόκαυλο που είχα στο στρατό, που με κατηγόρησε για δολιοφθορά και σύσταση τρομοκρατικής οργάνωσης, όταν του ξεσκέπασα κομπίνα που θα μπορούσε να τον κλείσει φυλακή. Πόσο χαζός είσαι; Θυμάσαι που έπεσες τόσο χαμηλά να γλύψεις κι εμένα; Εμένα, τον αποτυχημένο, που δεν τολμάς τώρα να γυρίσεις να δεις για δεύτερη φορά. Μπορείς να κάνεις, ότι θέλεις. Ακόμα και να με χτυπήσεις, γιατί τόλμησα να πω για σένα. Μπορείς ακόμα και να με πας στα δικαστήρια γιατί είπα για την πουλημένα φάρα σου. Δεν παίζω μαζί σου. Βαριέμαι να παίζω και να ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Στο τέλος η νίκη θα είναι δική σου, γιατί εγώ είμαι μόνος. Τα φασιστότεκνα που γλύφεις για να πληρώσεις το νοίκι σου δεν θέλουν και πολύ να σε αφήσουν χωρίς νοίκι. Αυτό να θυμάσαι. Ο λόγος, είναι πάντα ελεύθερος. Αν μπορούσες μια στιγμή να σκεφτείς σαν άνθρωπος και όχι σαν ποντίκι θα έβλεπες που κυλιέσαι. Δεν τα βλέπεις τα σκατά που έπεσες; Δεν μπορείς να τα δεις; Βρωμάτε και δεν έχω καμία όρεξη να βρωμίσουμε παρέα. Εκεί που φτύνω δεν κυλιέμαι και πολύ περισσότερο δεν γλύφω. Και συνεχίζω το αποκριάτικο πρόγραμμά μου…με εμβατήρια!
Επίκαιρο...
Ο Αββακούμ περπατά μαζί με τη γυναίκα του στους πάγους της Σιβηρίας.
Η γυναίκα του αρχιεπισκόπου:
«Θα υποφέρουμε για πολύ, αρχιεπίσκοπε;»
Αββακούμ:
«Κόρη του Μάρκου, μέχρι το θάνατο».
Κι εκείνη αναστενάζοντας:
«Καλά, γιε του Πέτρου, ας περπατήσουμε τότε».
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2008
Το μπαρ....
Ένα ποτό. Κι άλλο ένα. Σαν ιδέα που δεν ειπώθηκε. Διπλό βάλε. Μουσική. Βαριά. Σαν τα βλέφαρά μου. Βαριά. Το μπαρ. Σαν Νεοϋορκέζικο μπλουζάδικο που ζητά δικαίωση μοιάζει. Φορούσα μαύρο μπουφάν που τώρα κυλιέται στο πάτωμα. Βρομιά. Μοιράσου λίγο από το τσιγάρο σου μαζί μου και μετά φύγε. Μπορείς να φύγεις. Ξημερώνει…Ο μπάρμαν μοιάζει με ένα παιδικό μου φίλο. Χαθήκαμε. Μπορεί να είναι κι αυτός, δεν ξέρω. Δεν θέλω καυγάδες. Πιες το ποτό σου και φύγε. Εγώ θα μείνω για λίγο. Είχαμε ξανάρθει εδώ, θυμάσαι; Καθίσαμε εκεί. Δίπλα στη μπάρα. Θυμάσαι; Κάπνιζα ακατάπαυστα, θυμάσαι; Μου πήρες το πακέτο και το έχωσες στο σουτιέν σου, λες και θα κώλωνα να χώσω το χέρι μου και να το πάρω. Δεν το πήρα όμως. Προτίμησα να κάνω από τα δικά σου. Είχα τον τρόπο. Θυμάσαι; Σε κοιτούσα μόνο, θυμάσαι, δεν σου μίλησα. Μόνο όταν μου το ζήτησες, θυμάσαι; Μόνο τότε σου είπα κάτι. Δεν θυμάμαι τι. Κάπνιζα ακατάπαυστα. Από τα δικά σου. Κάτι Καρέλια, άθλια. Μπορεί να έβρεχε, γι’αυτό χωθήκαμε εδώ μέσα. Σε κοιτούσα. Ναι, σίγουρα έβρεχε. Θυμάσαι; Μου χαμογέλασες και δεν ξέρω το λόγο. Δεν είπα ποτέ κάτι αστείο. Φορούσες φόρεμα θυμάσαι; Ένα λευκό φόρεμα και ήσουν μούσκεμα. Βρεγμένη ως το κόκαλο. Μου ζήτησες να σου ανάψω το τσιγάρο. Φύσηξες τον καπνό και με φίλησες. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο. Πάλι έπαιζε αυτό το κομμάτι θυμάσαι; Αργά…θυμάσαι; Οι κουρτίνες του μπαρ χόρευαν με τον αέρα. Μου είπες να χορέψουμε. Σου είπα, όχι. Πραγματικά δεν ήθελα. Έκανες τη θυμωμένη και με ξαναφίλησες, θυμάσαι; Θυμάσαι; Ήπια το πρώτο ποτό γρήγορα σαν να έπινε νερό ένας διψασμένος και πήρα δεύτερο και τρίτο και τέταρτο. Έπρεπε. Θυμάσαι τι μου είπες; «Πάρε με»… Πάρε με….Τώρα μου φαίνεται αστείο. Οι καρέκλες, τόσο άβολες καρέκλες λες και κουβαλούσαν μνήμες χωρισμών και ερώτων και κλάματα και γέλια και φιλιά αιώνων. Πέρασε η ώρα. Θυμάσαι; Μίλα μου…Μη με αφήνει μόνη, μίλα μου, έτσι μου είπες. Σίγουρα έβρεχε. Πέρασα το χέρι μου στη μέση σου και σου δάγκωσα τα χείλη να σε πείσω. Μη χαθείς…σου το είπα στο αυτί αλλά μάλλον η μουσική ήταν τόσο δυνατά που δεν το άκουσες. Θυμάσαι; Γιατί να βρεθήκαμε εδώ; Γιατί σ’αυτό το μέρος; Σαν μπουρδέλο είναι. Χόρευες όλη τη νύχτα κι όταν κουραζόσουν με αγκάλιαζες. Χόρευες και με κοιτούσες. Σαν θήραμα. Πέταξα το τσιγάρο μου στο πάτωμα και σε πλησίασα και τότε κατάλαβες, θυμάσαι; Σε πήρα και φύγαμε, θυμάσαι; Είχε ξημερώσει όπως τώρα, θυμάσαι; Τα πάντα βρεγμένα έξω κι οι δύο μας σαν να βρισκόμαστε σε άλλον πλανήτη, περπατούσαμε στους άδειους δρόμους, χωρίς να ζητάμε κάτι ή χωρίς προορισμό. Θυμάσαι; Κι όταν τα ρούχα σου βρέθηκαν στο πάτωμα τότε…Πιες το ποτό σου και φύγε. Ξημέρωσε…
Ο μπάτσος και άλλα ασπόνδυλα....
Ο μπάτσος που εκ γενετής μου κάρφωσαν στο πλευρό να με προσέχει βρίσκεται στο νεκροκρέβατο. Θέλω να πω λόγ
ια ευχαριστίας και να τον καλέσω να έρθει να φάμε για τελευταία φορά τα ποτισμένα με αρσενικό μπισκοτάκια μου. Δεν φταίω εγώ που αργοσβήνει ανέμελος κραδαίνοντας σημαία κατακόκκινη. Μπάτσος ανέτρεψε το καθεστώς μου και μου επέβαλε τη σιωπή μου. Η σιωπή μου προς απάντησή σου του είπα με ύφος σνομπ, που μου αρέσει και έκλασα ανάμεσα στα μάτια του. Δεν πήρε μυρωδιά. Συνήθως βάζω την ελληνική αστυνομία να διαβάζει πρώτη τα γραπτά μου. Αυτή τη φορά δεν μπορώ γιατί…Έλα μου ντε! Αλλά να σου πω αστυνομικούλη μου, είσαι για μια παρτίδα κουμ καν; Θα σε ξεσκίσω! Καλοντυμένοι γραβατοφόροι και εκ πρωκτού συνουσιαζόμενοι βάλτε φωνή βροντερή να σταματήσει το αίσχος! Ποιο κωλόπαιδο, αναρχικός, εχθρός του κράτους είπε την κακία ότι οι αστυνομικούληδες είναι φασίστες; Φασίστες είστε και φαίνεστε και μια γαϊδούρα παντρεύεστε! Που θα μου πείτε εμένα! Μην ακούσω λέξη. Σκασμός! Μιλάει ο υπουργός! Σκασμός είπα. Οι μπάτσοι είναι φίλοι μας. Είναι εδώ για μας. Προχθές στην πορεία υπήρχε κλίμα κατάνυξης. Σαν μυσταγωγία που δύσκολο να την περιγράψω. Ήταν σαν εκκλησίασμα που δεν πρόλαβε να ακούσει το Χριστός Ανέστη και ξεπετάχτηκε στο δρόμο να το γιορτάσει. Δακρυσμένοι διαδηλωτές που δεν ήξεραν αν κλαίνε από τα δακρυγόνα, από το ξύλο ή από την ιερότητα της στιγμής. Η στιγμή που περνάει και χάνεται, χάνεται, χάνεται, χαν…Μην πεις κουβέντα. Κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα! Ποιος είσαι; Ο Μάκης; Δεν θέλω να ξανακούσω τι κακοί άνθρωποι είναι οι μπάτσοι. Δεν μπορώ να το ξανακούσω. Σημείωση. Ο μπάτσος δεν είναι γουρούνι. Πότε δεν είδα το συμπαθές τετράποδο να βαράει άλλα συμπαθή τετράποδα γιατί δεν του άρεσε το μουγγανιτό τους. Βρωμάνε τα ποδάρια σου, το ξέρεις; Δεν φταίνε οι καημένοι…εντολές εκτελούν! Να συλληφθεί ο απαίσιος δήμαρχος που τοποθετεί ζαρντινιέρες σε χώρους προορισμένους για αστυνομικά βασανιστήρια. Τι φταίει, τώρα ο ακίνδυνος αστυνομικούλης αν το κωλόπαιδο, άπλυτος και χασομέρης σκόνταψε και έπεσε πάνω στη ανυποψίαστη ζαρντινιέρα που έβαλε εκεί το χέρι της αντίδρασης για να ενοχοποιήσει την συμπαθή τάξη των αστυνομικών; Σκάστε! Αυτά είναι προβοκάτσιες! Ακόμα να ξεψυχήσει ο πούστης; Άντε έχουμε και δουλειές! Δεν θα σε περιμένω όλη μέρα. Δεν φταίνε οι μπάτσοι που πάνε σαν τους Χιώτες δυο δυο. Οι μπάτσοι που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας φταίνε. Αυτά τα δεξιοκρατούμενα ανθρωποειδή. Σκοτώστε τα!!!
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008
Χέσε θέατρο και κατούρα παράσταση!!!
Φώτα, μουσ
ική και πάμε! Η παράσταση άρχισε! Κλείσε μωρή το κινητό, παίζει ο άνθρωπος! Τι ώρα τελειώνει είπαμε; Α…τόσο αργά…κατάλαβα. Γιατί βαρούν τους ντεντζερέδες; Α…τέχνη κάνουνε…συγνώμη δεν κατάλαβα. Μωρή, αυτοί της κουλτούρας, πάντα στενοχωρημένοι είναι; Α…είναι ΕΜΟ, κατάλαβα…Καλέ! Τι πετάει ο καλλιτέχνης; Κριθάρι είναι αυτό; Α…μυσταγωγία; Αυτοί με τα μαύρα τι κάνουν; Αυτοί μωρή σαλαμάνδρα, εκεί στη γωνία μου μουγκανίζουν. Α…τις αμοιβάδες; Ασπόνδυλα δηλαδή…κατάλαβα…ότι θέλω κατάλαβα, τι θες τώρα; Κλείστο χριστιανή μου το κινητό δημιουργεί ο άνθρωπος! Συγνώμη…συνεχίστε. Α…έπεσε. Γιατί έπεσε; Καλέ βοηθήστε κάποιος τον χριστιανό. Κάτι έπαθε! Τι έπαθε; Δεν ξέρω, κατάλαβες εσύ; Α…έτσι κάνουν οι ποιοτικοί; Πέφτουν; Δεν το ήξερα, συγνώμη…και ουρλιάζουν; Α…κατάλαβα…Διάλειμμα έχει; Όχι; Ο Χριστός και πότε θα καπνίσω; Πες το μου αυτό! Πες το μου να τρελαθώ. Δεν καπνίζουν εδώ; Και τούτος γιατί την άναψε την τσιγαρούμπα; Σιγά μην του το είπε ο σκηνοθέτης. Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που έγραψε το έργο ή αυτός είναι ο σκηνογράφος; Τι να κάνω μωρή, τους μπερδεύω. Να σου πω, μετά πάμε για κανα βρώμικο; Πάμε, πάμε! Για σταμάτα λίγο γιατί…αυτός δεν πέθανε πριν; Και τώρα γιατί βρίζει αφού πέθανε. Α…δεν έχει σημασία; Έχει νόημα; Κατάλαβα…Βαρέθηκα…Δεν πηγαίναμε στο Λαζόπουλο; Τι τσιμπάς καλέ; Δεν επιτρέπεται να λέμε Λαζόπουλος εδώ μέσα; Γιατί; Α…είναι χώρος τέχνης….Γι’αυτό δεν έχω καταλάβει Χριστό. Μη μου λες! Ο προηγούμενος που είπε Λαζόπουλος τον έχουν στο υπόγειο και ακόμα του βγάζουν τα νύχια; Δε σε πιστεύω! Αυτός τώρα γιατί κλαίει; Τι θέλει να δείξει με το κλάμα; Ερώτηση είναι αυτή; Με το κλάμα συνήθως λένε ότι…κλαίνε! Αν δείχνεις ένα που κλαίει τι δείχνεις; Α…την εσωτερική πάλη των συναισθημάτων, που πηγάζουν από βιώματα και τραύματα ανεξιχνίαστα μέχρι αυτή τη στιγμή και που φωλιάζουν στην ψυχή με αποτέλεσμα της εξωτερίκευση των συναισθημάτων που προκαλούν δάκρυα; Α…δεν το ήξερα…συγνώμη…Τι; Τελείωσε; Ναι ε; Είναι εννιά και μπήκαμε…εννιά παρά τέταρτο. Μόνο ένα τέταρτο; Είκοσι ευρώ για ένα τέταρτο; Α…έτσι είναι η παραστάσεις οι βαριές…συγνώμη δεν το ήξερα…Τι; Πως μου φάνηκε; Ε…καλή ήτανε. Πολύ ωραίο σκηνικό είχε. Πάρα πολύ ωραίο σκηνικό. Ένα πράγμα δεν μου άρεσε μόνο. Που υπήρχαν και ηθοποιοί μπροστά…
Σύστημα ένωσης των φύλων κατά την έβδομη περίοδο(κι όχι κατά την όγδοη) - Charles Fourier
Περί σχέσεων και άλλων βασανιστηρίων...
Χιονίζει…ρε χιονίζει…Είδαμε και μια άσπρη μέρα με τη Νέα Δημοκρατία! Ο μπαγάσας γάτος κρύφτηκε στο σπίτι μου να γλυτώσει το κρύο και φεύγοντας δεν άφησε ούτε ευρώ να με ευχαριστήσει για τη φιλοξενία. Να θυμηθώ να το κάνω θέμα. Κουλίτσα μου σε ξαναεπισκέπτομαι και σήμερα για να σου πω. Σάββατο βράδυ χθες και η Αθήνα γλεντούσε στους ρυθμού της Έλενας Παπαρίζου, παπαρίζοντας και συνουσιάζοντας τη μικρή μου θλίψη για το σημερινό πρωινό. Κουλίτσα κάτσε σε ένα σημείο και μην κουνιέσαι! Ζαλίζομαι! Το τηλέφωνό μου χτύπησε στις τρεις τα ξημερώματα. Ποιος να είναι σκέφτηκα. Το σήκωσα γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μια αντρική φωνή. Όχι πολύ αντρική. Γκέι μου φάνηκε. Κάτσε μωρή σε ένα σημείο, με κούρασες.
-Παρακαλώ…
-Έλα…
-Ποιος;
-Εγώ.
-Κι εγώ, εγώ είμαι!
-Σε είδα στον ύπνο μου.
-Κι εγώ με είδα!
-Σοβαρά;
-Όχι, ψέματα το λέω!
-Και τι έκανες;
-Σεξ με τη Βέρα Λάμπρου, διαβάζοντας Ευριπίδη.
-Ψέματα…
-Αλήθεια…
-Ψέματα…
-Αλήθεια…
Αυτό το ψέματα και το αλήθεια να συνεχίστηκε και μισή ώρα μπορώ να σου πω…Μετά μου το έκλεισε στη μούρη λες και το μόνο που ήθελε να μάθει ήταν με ποια γ…(μπιπ) στον ύπνο μου! Δεν πάμε καλά Κουλίτσα μου! Δεν πάμε καλά. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τον γκρεμό και βγαίνει ο Κώστας και μας λέει ότι πρέπει να πάμε όλοι ένα βήμα μπροστά! Πήγαινε εσύ ρε μαλάκα κι αν δούμε ότι γλύτωσες, ερχόμαστε κι εμείς! Τι είμαστε κολλητοί να πηγαίνουμε μαζί; Κουλίτσα μου βάλε και σε μένα καφέ. Στέγνωσε ο στόμας μου να σου τα λέω πρωινιάτικα. Θα κάνω ένα τσιγάρο και θα φύγω. Ποιος ηλίθιος είπε ότι το τσιγάρο βλάπτει; Έχει σώσει σχέσεις το τσιγάρο…Γιατί εκεί που λες χωρίσαμε σου λέει ο άλλος ένα τσιγάρο ακόμη…και όσα φέρνει η στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος που λέει και ο πάνσοφος λαός μας. Το τσιγάρο και η δυνατή μουσική του κλαμπ σώζει τις σχέσεις. Γιατί στη δυνατή μουσική δεν μπορείς να μιλήσεις. Ενώ στην ησυχία θες δεν θες την κάνεις την κουβέντα. Κι όταν ένα ζευγάρι Κουλίτσα μου αναγκαστεί να την κάνει την κουβέντα…χαχα…ή σε χωρισμό πάει ή ο άντρας στο ψυχιατρείο. Επίσης δεν έχω καταλάβει κάτι. Γιατί ένα ζευγάρι πρέπει να…να…μαζί…καταλαβαίνεις…δεν καταλαβαίνεις μωρή γουρούνα; Να…μαζί…χαζή είσαι; Να τελειώνουν λέω…θυμάσαι πως γίνεται; Μπα ε; Εγώ κάτι αμυδρά. Ναι, αλήθεια, δεν το καταλαβαίνω. Γιατί να μου δημιουργείται εμένα το άγχος να τελειώσω με την εκάστοτε κυρία; Δεν κατάλαβα δηλαδή, τι είμαστε; Ορχήστρα; Να τελειώνει η βιόλα με την μπασαβιόλα μαζί; Τελειώνει αυτή τώρα, να πάρει το πρώτο χειροκρότημα, τελειώνω εγώ όποτε μου κάνει κέφι. Που έχουν πάρει όλες το FILMNET ευαγγέλιο και μου ξεσηκώνουν στάσεις! Που πας χριστιανή μου! Αυτός που βλέπεις εκεί μέσα δεν δούλευε όλη μέρα. Γι’αυτό μπορεί και τα κάνει. Εγώ από το πρωί ξεσκίζομαι σαν το ντόπερμαν να σου φέρω να φας και το βράδυ μου ζητάς να σου κάνω αεροπλανικές φιγούρες; Αν θες αεροπλανικές φιγούρες τράβα στο τσίρκο. Και πάρε και καμιά φίλη σου, γιατί εγώ βαριέμαι. Δεν πάμε καλά. Κουλίτσα φεύγω. Που να πάω; Σπίτι πάω. Έχω δουλειά…άσε τώρα που θες να τα μάθεις όλα…..
Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2008
Στην Α....
Μη γελαστείς και μου δώσεις σημασία. Δεν τη χρειάζομαι. Δεν την αντέχω. Ξέρεις είμαι μόνος…Δεν το ήξερες ε; Κι όμως…Περνάει ο καιρός αγαπούλα. Μη μου δίνεις σημασία. Δεν έχω πια να σου πω. Τι να σου πω; Κάποτε ζούσαμε. Μαζί. Τώρα δεν…μη μου δίνεις σημασία. Αγάπα με μόνο. Κοίτα με στα μάτια κι αγάπα με. Μου δίνεις λίγο καφέ; Θα φτιάξεις; Δεν δουλεύω σήμερα. Δεν θα πάω. Θα μείνω εδώ. Βρέχει…δεν βρέχει συχνά. Και βρήκε σήμερα τη μέρα. Δεν την αντέχω τη βροχή. Είσαι κλεισμένος στο καλοδιατηρημένο σου δωμάτιο, μια φυλακή που της λείπουν τα κάγκελα και βλέπεις τη βροχή. Πέφτει. Την κοιτάζεις κι ανάβεις τσιγάρα και πίνεις καφέδες κι άλλα τσιγάρα μέχρι που νυχτώνει και έρχεται το τηλεφώνημα που σου αλλάζει τη διάθεση. Και μιλάς και σκέφτεσαι και αναπολείς και κλείνεις τα μάτια και φτιάχνεις εικόνες κι ακούς τη βροχή και ο καφές κρυώνει στην κούπα και η στάχτη στο πάτωμα δίπλα στην κουβέρτα και μείνε στο ακουστικό για λίγο, για ένα λεπτό ακόμη, μην το κλείνεις…Μην το κλείνεις…Δεν θα σου πω ποτέ πόσο σε χρειάζομαι. Δεν θα στο πω γιατί ντρέπομαι. Ούτε κι εσύ θα μου το πεις. Κι ας το νοιώθεις κι ας θες κι ας σε πληγώνει η βροχή και η μοναξιά και οι μπαλάντες και τα δάκρυα και το άδειο δωμάτιο και η κουρτίνα σου που την έσκισε ο αέρας και η παρέα που δεν ήρθε και οι φίλοι που σε ξέχασαν και...και…και…Είναι δύσκολο όταν βρέχει. Δεν θα σε ψάξω σήμερα σε κανένα δρόμο. Δεν θα βγω να σε δω στην μπάρα να πίνεις ποτά ούτε θα γυρίζω σαν αδέσποτο μέσα στην Αθήνα. Σήμερα θα μείνω εδώ, κάτω αό την κουβέρτα μου τη μωβ, που σου άρεσε και θα σε ψάξω εδώ. Και θα ελοίζω πως σβήνοντας το τσιγάρο θα χτυπήσει η πόρτα και θα είσαι μούσκεμα και θα σου προσφέρω τα ρούχα μου και θα γελάσω που σου είναι μεγάλα και θα γελάσεις κι εσύ και θα με κοιτάξεις στα μάτια και κάτσουμε μαζί στον καναπέ, το δικό μου καναπέ και θα σου πω αν θες κάτι και θα μου πεις ότι θες εμένα κι εγώ θα ντραπώ και θα γυρίσω το βλέμμα στην κλειστή τηλεόραση και θα σου χαμογελάσω και θα σε πάρω αγκαλιά να μην κρυώνεις και θα σου φυσάω μέσα στο αυτί, που ξέρω ότι σε ενοχλεί και θα γελάω και θα θυμώνεις αι θα με χτυπάς στα ψέματα και θα σε χτυπάω στα ψέματα και θα μείνει για λίγο το βλέμμα σου επάνω μου, όταν εγώ θα κοιτάζω αλλού και θα σε κοιτάξω και θα μου πεις ότι μ’αγαπάς και θα σε φιλήσω και θα σε πάρω αγκαλιά και τα μάτια σου θα έχουν γίνει τεράστια και η κουβέρτα μου θα σέρνετε στο πάτωμα και θα σταματήσω να καπνίζω και θα σου κάνω αστεία και θα μου κάνεις αστεία και θα σε φιλάω και δεν θα σταματάω γιατί…γιατί…Δεν θα μπορώ να μιλησω. Δεν θα έχω να πω τίποτα. Τίποτα. Τι να πεις εξάλλου; Μη μιλάς θα σου πω και θα σε φιλάω. Μη μιλάς, δεν θέλω να ακούω. Δεν ακούω….
Καταδίκη του εγκλήματος ή της λογικής...;
Η θανατική ποινή έχει ξεσηκώσει πολλάκις κάθε λογής λόγιους και λογικούς. Φαίνεται, όμως, ότι ο αγώνας για την κατάργησή της δεν έχει τελειώσει. Αν και στην Ευρώπη έχει θεσμοθετηθεί η καταργησή της ως αναγκαία για κάθε κράτος μέλος, για τον υπόλοιπο κόσμο υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος. Επι τέλους πρέπει να πέσουν τίτλοι τέλους σ’αυτό το πανάρχαια έργο...
Μόνο σ’ένα παράλογο κόσμο μπορεί να είναι θεσμοθετημένη η δολοφονία ανθρώπου από άνθρωπο. «Το αίσθημα του παραλόγου καθιστά τη δολοφονία το λιγότερο αδιάφορη και κατά συνέπεια δυνατή. Αν δεν πιστεύουμε σε τίποτα, αν τίποτα δεν έχει έννοια κι αν δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε καμμιά αξία, τότε όλα είναι δυνατά και τίποτα δεν έχει σημασία. Χωρίς υπέρ και κατά ο δολοφόνος δεν έχει ούτε δίκιο ούτε άδικο.Και η παράλογη ανάλυση, κάνοντας τη δολοφονία να φαίνεται το λιγότερο αδιάφορη, έχει σαν σπουδαιότερη συνέπεια της την καταδίκη της λογικής» (Αλμπέρ Καμύ, Μύθος του Σίσυφου).
Υπάρχουν ακόμα κράτη που βαφτίζουν τη δολοφονία απονομή δικαιοσύνης. Στήνοντας στο απόσπασμα την ίδια τη δικαιοσύνη, την πιο θεμελιώδη έννοια του ανθρωπισμού. Απαγχονίζοντας την αθωότητα, την επιταγή κάθε γνήσιας ηθικής.
Και γιατί το πρόβλημα να λαμβάνει τέτοιες διαστάσεις; Διότι «όταν πια το έγκλημα φοράει τη λεόντη της αθωότητας, σε μια περίεργη αντιστροφή ρόλων, η αθωότητα είναι εκείνη που πρέπει να δώσει εξηγήσεις. Ο δικαστής-δήμιος γνωρίζει μόνο μια σκιά στη νίκη του: δεν μπορεί να νιώθει αθώος. Πρέπει λοιπόν να καλλιεργήσει την ενοχή ακόμα και στο θύμα, ώστε η γενική ενοχή να μη νομιμοποιεί παρά την άσκηση βίας» (Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Α.Κ.)
«Ζούμε σ’ένα κόσμο όπου ο φόνος είναι νομιμοποιημένος κι αν δεν τον αποδεχόμαστε ως έχει οφείλουμε να τον αλλάξουμε»
έγραφε ο Καμύ το 1946. Το 2008 η θανατική ποινή εφαρμόζεται ακόμα σε πολλές αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες χώρες. Μάλιστα, στη χώρα που θα φιλοξενήσει τους επικείμενους ολυμπιακούς αγώνες εκτελέσεις γίνονται μαζικά, σε στάδια(!). Αν θες να ανασταλλεί η εφαρμογή της εν’όψει των ολυμπιακών με την προοπτική της κατάργησής της, δήλωσέ το εδώ.
ΥΓ: Αφορμή για το παραπάνω κείμενο στάθηκε αυτό το άρθρο της Νίνας Κουλετάκη.
Ο Σαρτζετάκης ζει!!!
Η οικιακή μου καμηλοπάρδαλη συνουσιάστηκε με το Μιχάλη Χατζηγιάννη και από τη συνεργασία του αίσχους, μικρά ρουφιανόπαιδα ξεπετάχτηκαν, πετάχτηκαν και με απείλησαν να μου βγάλουν τα άπλυτα στη φόρα. Φόρα πατρίδα θα με ξεσκεπάσουν και μετά θα ντρέπομαι να κυκλοφορήσω. Θα βάλω το καλό μου φουστανάκι και θα βγω να τα πω στη Δρούζα που είναι καλή στα δράματα και τα μεταφυσικά. Φυσικά και έχω άγχος για το τι μας ξημερώνει, αν το προλάβουμε βέβαια το ξημέρωμα! Το ημέρωμα της στρίγκλας που έγινε αρνάκι και τα τρία γουρουνάκια που έγιναν γκέι για να βγάλουν το μεροκάματο με άφησε παγερά αδιάφορο απέναντι στην είδηση της Γιουροβύζιων με την κακομοίρα Καλομοίρα να πρωτοστατεί στο χώρο του απελπισμένου τίποτα. Ο καφές έχει κρυώσει που λέγανε και τα στενοχωρημένα παιδιά του 90 και δεν πίνεται. Ξαναζεσταμένο φαγητό δεν τρώω, το ξεκαθαρίζω από τώρα, γιατί μπορεί να με καλέσετε σε επίσημο δείπνο. Να το ξέρετε, προφασιζόμενος κοιλόπονο θα σηκωθώ να φύγω και θα σας βρίσω κιόλας! Ο Μητσοτάκης είναι άνθρωπος; Η πυγολαμπίδα που κρύβω στον κώλο μου, μου έταξε να με κάνει σταρ αρκεί να τραγουδήσω με την πατσαβούρα την τηλεοπτικιά παρέα στο μέγαρο. Το μέγαρο σκύλων της μουσικής πήρε ένα σκασμό λεφτά επιχορήγα και πάλι το Νταλάρα έχει. Ο Νταλάρας είναι άνθρωπος; Τι είναι ο άνθρωπος; Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του; Αλήθεια, τι είναι; Αν μπορεί κάποιος να μου λύσει αυτή την απορία θα του είμαι ευγνώμων, μέχρι σε σημείο να του πω κι ευχαριστώ. Η Μονάχους-Μονάχους χάνεται σιγά σιγά καθώς και το Φιλότιμο-Φιλότιμο. Ίδρωσαν οι μασχάλες μου, ίδρωσαν τα ποδάρια μου, ίδρωσε το μέτωπό μου, τα αυτιά μου ακόμη. Ο Σαρτζετάκης ζεί!!! Ο Σαρτζετάκης είναι άνθρωπος; Ο Κώστας είναι πρωθυπουργός! Αυτό είναι γνωστό. Ποιας χώρας δεν μας έχουν πει και έχω την υποψία, την τρομακτική υποψία ότι είναι της δικής μας. Αν αληθεύει παρακαλώ ενημερώστε με να τρομάξω. Ο Κώστας είναι άνθρωπος;
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008
Η συνουσία και άλλες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις!!!
Σύντροφοι ερμαφρόδιτοι και αγγελοκρουσμένοι ζητώ ψήγματα συμπάθειας γιατί τα νεύρα μου ζαντολάστιχα και τα μάτια μου ανάποδες βόλτες κάνουν! Σάμπως δεν βλέπω ή είμαι μαλάκας (με την αρχαιοελληνική έννοια) κομπάζω για το αξίωμα που μου κρέμασαν στο πέτο οι γυμνοσάλιαγκες. Ο Μάκης, ο Λάκης και το κακό συναπάντημα μου έπιασαν το λαιμό και δεν με αφήνουν όχι μόνο ανάσα να πάρω αλλά ούτε να κατουρήσω χαρούμενα στην ταλαιπωρημένη μου τουαλέτα. Τι να κάνει άραγες ο Αλέξης; Ρε τον Αλέξης…Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια και ο δικηγορικός σύλλογος να του χτυπάει παλαμάκια και η αρκούδα που νοίκιασε τις αποκριές να χορεύει σε λάτιν σκοπούς. Το λατινογενές ΘΑ καλύπτει τα κενά της αλώβητης κυβέρνησης για να έρθει η παιδική χαρά να αντιπολιτευθεί σε ένα λούνα παρκ νοτίου Αφρικής. Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών φωνάζει η τελευταία γραία, οπαδός του τέως. Ο τέως που χάθηκε; Το άδει κανάλι που έχω στο 3 του τηλεκοντρόλ μου, κερδίζει του 100% της τηλεθέασης, πρόβάλοντας μόνο μαύρο και που και που χιόνια. Άντε να χιονίσει μπας και δούμε και μια άσπρη μέρα με την Νέα Δημοκρατία! Μετά από επισταμένο ρεπορτάζ η ομάδα που με πλαισιώνει σαν τα μπαλέτα του Φώτη Μεταξόπουλου, ανακάλυψε ότι τα γραφεία του ΚΚΕ κλείνουν. Από την άλλη βδομάδα στο σημείο αυτό θα βρίσκεται μπουτίκ ετοίμων ενδυμάτων από Ρώσους σχεδιαστές. Οι Ελοχίμ και οι Νεφελίμ, μου φαίνεται κάνουν όλη τη ζημιά. Άντε σύντροφοι, να τους βρούμε και να τους πατάξουμε. Που είναι ο Γιώργος οεο; Που είναι αυτό το παιδάκι; Έχει αρχίσει λένε φροντιστήριο ελληνικών κάπου στο κέντρο της Αθήνας γι’αυτό δεν φαίνεται συχνά. Έχει διάβασμα. Προετοιμάζεται! Όταν μεγαλώσει παίζει να γίνει και πρωθυπουργός! Αν και νομίζω, με βάση πάλι το ρεπορτάζ (έχω και DVD) ότι ό Βαγγέλης έχει αντίθετη άποψη. Που είναι ο Βαγγέλης οεο; Πρόταση! Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ η Εύα Καϊλή! Η σεξοβομβα του κινήματος! Και τελειώνω (μετά από πολύ κόπο γιατί η συμβία μου είναι ξενέρωτη) με μια φράση. Μια φράση που εμπερικλείει πιστεύω την όλη φιλοσοφία του σημερινού πολιτικού σκηνικού. ΒΡΕ ΔΕ ΓΑΜΙOΜΑΣΤΕ ΛΕΩ ΕΓΩ!!!! Μια πρόταση κάνω…
Ηθική ή φυλακή...;
Η ηθική, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε από αρχαιοτάτων χρόνων. Σήμερα, εν μέσω φθοράς και αφθαρσίας, δικαιούμαστε να προσθέτουμε κάτι περισσότερο; Η απάντηση πρέπει να είναι θετική, καθώς μόνο μια προσωπική ηθική μπορεί να συνιστά στάση αξιοπρέπειας απέναντι στη ζωή.
Αρχικά, όμως, η προσωπική ηθική για να είναι εφαρμόσιμη εντάσσεται στα ευρύτερα πλαίσια της αντικειμενικής ηθικής, χωρίς την τελευταία το πιθανότερο είναι να ίσχυε ακόμα και σήμερα ο νόμος της σωματικής δύναμης. Είναι λοιπόν αναγκαίοι οι νόμοι, θεσμοθετημένοι και άγραφοι. Κατά πόσο οί πρώτοι ανταποκρίνονται στις πραγματικές απαιτήσεις ή είναι ένα αχανές σύμπλεγμα με κενά και προβλήματα στο βάθος του είναι ένα ερώτημα που ανοίγει άλλη κουβέντα.
Επανερχόμενος στην προσωπική ηθική λοιπόν, ας θέσουμε ως βάση τον αυτοσεβασμό και κάθε κοντινή σ’αυτόν έννοια. Πρέπει να αγαπάμε πρώτα τον εαυτό μας για να αγαπήσουμε τον πλησίον μας. Το πρώτο είναι αναγκαία συνθήκη για το δεύτερο. Δυστυχώς προβάλλουμε πολύ συχνά τις αρνητικές μας αυτοαξιολογήσεις στον άλλον χωρίς να υπολογίζουμε κατά πόσο του αντιστοιχούν. Η προβλητική ταύτιση είναι ένα φαινόμενο που οξύνεται ολοένα στον καιρό της ευκολίας που διανύουμε.
Γεννηθήκαμε όμως φυλακισμένοι σ’ένα κόσμο που βασιλεύουν τα ένστικτα. Πρώτα ικανοποιούμε αυτά και ύστερα περνάμε σε δεύτερο επίπεδο προβληματισμού. Μιλάμε για ηθική λοιπόν, αν κι εφ’όσον έχουμε συνειδητοποιήσει τι ασυνείδητες ορμές κουβαλάμε. Ηθική δεν είναι φυλακή των ενστίκτων, αλλά συναρμόνισή τους με την πραγματικότητα. Τότε θα ενδιαφερθούμε για τον άλλον, και τότε θα καταλάβουμε πως ο άλλος είμαστε εμείς. Η αληθινά ανθρώπινη ηθική είναι της καρδιάς κι όχι του μυαλού, η αγάπη συνιστά τον υπέρτατο βαθμό της, και όταν αυτή καθίσταται πανανθρώπινη εξυψώνεται στην ανώτερή της σημασία. Το ωκεάνειο αυτό συναίσθημα οφείλει να είναι αυτοσκοπός μας. Τότε θα ξεπεράσουμε τις πεσσιμιστικές μας τάσεις να βλέπουμε τον εαυτό μας σαν πεταμένο σε ένα κόσμο χωρίς πυξίδα και νόημα. Τότε θα αποκτήσει η ανθρωπότητα ανθρωπιά, και ο άνθρωπος θα πάψει να είναι το μόνο ον που αφανίζεται από τους ομοίους του.
Ηθική τέλος πρέπει να υπάρχει a priori. Δεν είναι φιλοσοφία εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουμε τα λάθη μας, αλλά προνόηση για να μην τα πράξουμε εις βάρους του εαυτού μας και των άλλων. Και η σημασία της πράξης φαίνεται απ’το γεγονός ότι οι συνέπειές της την καθιστούν ηθικά μεμπτή και όχι οι αγνές προθέσεις. Το ποιόν και το ποσό των πράξεων μας μας καθιστά ηθικούς ή ανήθικους. Η ηθική ενός ανθρώπου και η κλίμακα των αξιών του εξηγούνται μόνο με την ποσότητα και την ποικιλία των εμπειριών που έχει συσσωρεύσει. Πρέπει να είναι ηθική που να βγαίνει μπροστά και να αντιμετωπίζει τον κόσμο. Μόνο αναμετρώμενος με τη δυσκολία ο άνθρωπος κρίνει πότε-πότε τον εαυτό του και είναι ο μόνος που δύναται να το κάνει. Μόνο τότε πολεμά το απάνθρωπο και το άδικο και η ηθική αποκτάει την απαραίτητη μεστότητα για να γίνει ζωή.
ΥΓ: Εφορμώντας απ’την ανοιχτή πρόσκληση του Μαύρου Γάτου
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008
Η Μύτη και άλλες αηδίες.....
Ο Θεός να βάλει το χέρι του! Δηλαδή ότι και να βάλει λίγο θα είναι. Ο Τσίπρας θα γίνει πρωθυπουργός την άλλη βδομάδα και θα μας γλυτώσει από το βόρβορο! Λέμε και καμιά μαλακία, έτσι να περνάει ευχάριστα η ώρα. Το τέλος μπροστά στον γκρεμό θα μας βρει όλους χαρούμενους να προσπαθούμε να αποπλανήσουμε την ανήλικη κορούλα του αριστερού γείτονά μου. Δεξιόστροφα σκεπτόμενοι όλοι πάμε κατά διαόλου και μια είναι η λύση. Το λεφτά το φαί και το γαμήσ
ι όπως διατείνεται ο μέγας ποιητής και χαμαλομουσουργός. Δια του λόγου το αληθές που έγινε ψέμα και μας έπιασε από τη μύτη για να μας δείξει τη δύναμή του, θα αποτινάξω το ζυγό και θα τρέχω σαν τη μελωδία της ευτυχίας στα γρασίδια, που μια φίλη μου τα έχει μετρήσει ένα ένα με την πλάτη της και ο επιβήτορας που μου το έπαιζε άντρας, της έλεγε πόσο πολύ την αγαπούσε. Σιγά μην την αγαπούσε! Ψέματα έλεγε. Λέω να κάνω βόλτα στην πόλη. Να πάω να πιω κι εγώ σαν παιδί έναν καφέ, ένα καπουτσίνο. Το καπουτσίνο όπως και τα παπούτσα είναι πολύ πρόστυχες λέξεις και προτείνω να καταργηθούν! Προχθές ή χθες, δεν θυμάμαι, ήρθε στον ύπνο μου ο Τσε. Που με ξέρει τώρα εμένα ο Τσε για να έρθει και στον ύπνο μου είναι άλλο θέμα, που θα βγω το Σάββατο στο Χαρδαβέλα να το λύσω. Να με δείτε. Μου έχουν πει, ότι γράφω στο γυαλί. Που λέτε ο Τσε ήταν παντρεμένος με την Τατιάνα και συζητούσε με τον ΑΝΤ1 για εκπομπή σαν του Λάκη. Δεν θυμάμαι τι έγινε. Δεν θυμάμαι. Που είναι ο Γιώργος οεο; Α…δεν μπορεί κάνει τζόκιν. Που να τρέχει αυτό το παιδί τώρα; Το καραμελωμένο γλυφιτζούρι που μου έδωσαν να γλύφω για να έχω απασχολημένο το στόμα μου, σάπισε στον αριστερό μου προγόμφιο και έβγαλα δάκρυ πόνου την ώρα που ο τροχός του οδοντογιατρού, του ατζαμή, με πλησίασε απειλητικά δείχνοντας μου τα δόντια του. Το τασάκι μου επίσης είναι γιομάτο με αποτσίγαρα και δεν λέω να το αδειάσω. Πως θα περάσει αυτός ο χειμώνας; Αν περάσει όμως…Ένας βάτραχος μου έλεγε να τον φιλήσω το προηγούμενο καλοκαίρι για να γίνει πρίγκιπας ή πριγκήπησα, δεν θυμάμαι. Του έδωσα ένα πεταχτό αλλά δεν είδα διαφορά. Επίσης κάπως μύριζε. Θα το σκεφτώ και θα σας πω. Βιονικά χέρια έβγαλε ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος και στις επόμενες εκλογές δεν θα ρίχνει ψήφους. Θα ρίχνει σφαίρες. Άντε τελείωνε μας κούρασες! Σκατά! Πως; Δεν το έπιασα; Αααα…μπα…Δε…τι; Όοοοχι…Μην το συζητάς Κουλίτσα μου αυτό σου πάει καλύτερα! Ααααααα……Φτάνει πια! Όχι, όχι, δίκιο έχεις! Να σου πω; Μ’αγαπάς καθόλου; Έτσι από περιέργεια!
Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008
Ζωή με μέτρο
Κουράστηκε το σώμα, στο χρόνο να γερνά,
και η ψυχή το άφησε, στα πέρατα πετά.
Μα μόνη στο ορίζοντα, ακούστηκε αχός,
ανθρώπινος κι ασίγαστος, της θλίψης ο χορός
Ζωή με μέτρο και σκοπό είναι του χρόνου σκλάβος
Κι όποιος την έζησε θαρρώ, έχασε κατα κράτος
Μα εγώ το χρόνο λησμονώ, δεν έχω μνήμη για οδηγό
Τώρα το θάνατο ζητώ, για να τού πω ευχαριστώ.
Τριαντάφυλλα τα όνειρα κι ακάνθινος ο νους,
μα πάθη τον οδήγησαν σε δρόμους αγαστούς.
Χαρίστηκε στη λογική, τη μνήμη τώρα σβήνει
στην τρέλα παραδίνεται κι αφήνεται στη δίνη.
Ζωή με μέτρο και σκοπό είναι του χρόνου σκλάβος
Κι όποιος την έζησε θαρρώ, έχασε κατα κράτος
Μα εγώ το χρόνο λησμονώ, δεν έχω μνήμη για οδηγό
Τώρα το θάνατο ζητώ, για να τού πω ευχαριστώ.
Σύντομα με μουσική επένδυση...
Ένα τραγούδι για την Α.
Πάνω μου! Έλα πάνω μου! Μη μιλάς, μη μιλάς…Δεν μπορώ να σε ακούω. Μη με κοιτάς! Σ’αγαπάω, μη με κοιτάς. Στη γειτονιά μου ζούσε ένα κοριτσάκι. Τραγουδούσε. Τραγουδούσε συνέχεια. Η μάνα του το χτύπησε στο πρόσωπο με ένα καλώδιο, για να σταματήσει. Έπεσε κάτω, έκλαψε. Έκλαψε τόσο που για την υπόλοιπη ζωή του δεν είχε πια δάκρυα. Πέθανε. Κοίτα με! Στα μάτια. Θέλω να με κοιτάς. Θέλω να με αγγίζεις. Θέλω να μου μιλάς. Μίλα μου. Το κοριτσάκι δεν μιλούσε. Έκλαιγε. Μίλα μου. Φίλα με. Φοβάσαι…το βλέπω, φοβάσαι. Σε θέλω εδώ, δίπλα μου, στο πλευρό μου. Να με αγγίζει η ανάσα σου και το κορμί σου και η σκέψη σου κα τα μάτια σου μόνο εμένα να βλέπουν και να με λατρεύουν. Να με λατρεύουν μέχρι το τέλος. Θέλω να με φιλάς και να νοιώθεις, να πνίγεσαι από έρωτα και να μου χαμογελάς και να μου λες αστεία και να γελάω και μου λες αστεία και να μη γελάω και να μου θυμώνεις που δεν γελάω με τα αστεία σου κι εγώ να γελάω με την αστεία σου φάτσα. Είσαι όμορφη. Όμορφη. Και να σε παίρνω από το χέρι και να κατηφορίζουμε την Αρεοπαγίτου και να κρύβεσαι μέσα στο παλτό μου όταν κρυώνεις και να σου λέω μη φοβάσαι, είμαστε δύο. Δύο. Και να σε φιλάω στα χείλη και να σου λέω για ταξίδια που θα πάμε και τελικά δεν θα πηγαίνουμε αλλά θα τα έχουμε κάνει μαζί, σκεπασμένοι με μια κουβέρτα μωβ με λουλουδάκια. Και τα δάχτυλά μας να τσακώνονται κάτω από την κουβέρτα και να γυρίζω, να σε κοιτάω και να βλέπω τα μάτια σου. Να σου λέω πως δεν έχω δει πιο όμορφα κι ας έχω δει. Και να σε φιλάω και να σε σκεπάζω όταν ψήνεσαι στον πυρετό και να σε περιμένω στη σκάλα όταν αργείς στη δουλειά και να σε ρωτάω πως πέρασες και να μου κάνεις παράπονα και να γελάς, να γελάς και να μου λες να πάμε βόλτα και να πηγαίνουμε και να σε βλέπω και να λέω μην τελειώσει και να ξαναρχίζω το παραμύθι από την αρχή για να κρατήσει λίγο παραπάνω και να σε ρωτάω και να σε ξαναρωτάω, να σε ρωτάω συνέχεια αν μ’αγαπάς κι όταν φοβάμαι μη σε χάσω να μου λες δεν θα χαθείς κι όταν φοβάσαι μη με χάσεις να σου λέω δεν θα χαθώ και να πίνουμε μαζί τον πρώτο καφέ της ημέρας και να μου χαμογελάς και να σου χαμογελάω και να σου λέω καλημέρα και να το εννοώ και να σου λέω για ένα σπυράκι που έβγαλες στη μύτη κι εσύ να θυμώνεις κι εγώ να γελάω και να βλέπουμε τα βράδια το Χιου Γραν να ερωτεύεται μόνο για μας. Για σένα και για μένα. Και να σου μιλάω, να σου λέω τι αγαπώ και τι μισώ και να μου λες για τι πεθαίνεις και να τρέχω να σου φέρω τις κάλτσες σου και να με φιλάς και να σε φιλάω και να είμαι σίγουρος ότι δεν θα τη δούμε την ταινία. Και να μην τη βλέπουμε. Να σε κοιτάζω και να σου λέω σε έχω ερωτευτεί και να σου κρύβω τις κάλτσες το πρωί για να μην πας στη δουλειά και φύγεις και να εύχομαι να πέθανε το αφεντικό σου η να γκρεμίστηκε το μαγαζί και να σου λέω μείνει λίγο ακόμη και το λίγο να γίνεται πολύ και το πολύ πάντα και το πάντα να μου φαίνεται σαν μια στιγμή. Μια στιγμή που θα περάσει και πάλι θα μείνω μόνος παρέα με τα κουτάκια της μπύρας και τα τσιγάρα μου. Μη φύγεις…Μείνε. Για πέντε λεπτά. Για ένα τσιγάρο…






